Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

B Xαιρετισμοί.Ομιλία Σεβασμιοτάτου Μητροπολίτη Προικονήσου κ.κ,.Ιωσήφ


Η ομιλία που πραγματοποίησε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Προικοννήσου κ. Ιωσήφ, κατά τη διάρκεια της 2ης ακολουθίας της Β´ Στάσεως των Χαιρετισμών την Παρασκευή 29 Μαρτίου 2013 στον Ιερό Ναό Ευαγγελιστρίας Πειραιώς.

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

«ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙΝ». Η θαυματουργή εικόνα του Πρωτάτου


web statistics




Ιουστίνου Ιερομονάχου Σιμωνοπετρίτου

Η εικόνα και η ιστορία της
Στον ιστορικό ναό του Πρωτάτου, στο άγιο Βήμα, βρίσκεται ενθρονισμένη πάνω στο ιερό σύνθρονο η σεβάσμια και θαυματουργή εικόνα της Θεοτόκου, που επονομάζεται «Άξιον έστιν». Ονομάζεται έτσι, γιατί μπροστά σ’ αυτήν την εικόνα πρωτοψαλθηκε απ’ τον αρχάγγελο Γαβριήλ ο γνωστός αυτός ύμνος. «Η πάνσεπτος αύτη και αγία εικών, εξ αρχαίων και παλαιών χρόνων, εστάθη το καύχημα των Καρεών, η δόξα των Πρωτατινών, η σκέπη και προστασία των πέριξ Κελλίων», αλλά και όλου του Αγίου Όρους δόξα, καύχημα και προστασία.
Την ιστορία της εικόνας έγραψε το 1548 ο Πρώτος του Άγιου Όρους ιερομόναχος Σεραφείμ που διέπρεψε στην αρετή, τη σοφία, τη μάθηση και την ακτημοσύνη. Ως Πρώτος διοικούσε το Όρος με ευαγγελική δικαιοσύνη και σύνεση. Υπήρξε γέροντας του άγιου Διονυσίου του εν Ολύμπω, όταν εκείνος ζούσε στις Καρυές, και συνδεόταν με στενή φιλία με τον όσιο Θεόφιλο το Μυροβλύτη, που εκείνο το διάστημα ασκήτευε στη γειτονική Καψάλα, Βοήθησε ακόμη με χρήματα για την ανακαίνιση του κελίου του αγίου Θεοφίλου και έκτισε εκ θεμελίων το νάρθηκα του Πρωτάτου.
Αυτή η ιστορία-υπόμνημα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Νέο Μαρτυρολόγιο του αγίου Νικόδημου του Αγιορείτου απ’ όπου αναδημοσιεύτηκε πολλές φορές. Η σπουδαιότητα του κειμένου, η ακρίβεια του στη διήγηση και η γλαφυρότητά του μας αναγκάζουν να το δημοσιεύσουμε όπως έχει.
«Σεραφείμ του Θυηπόλου υπόμνημα περί του θαύματος του γενομένου υπό του Αρχαγγέλου Γαβριήλ εν τω Αγίω Όρει του Άθω· ήτοι περί του Αρχαγγελικού ύμνου του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙΝ.
Κατά την Σκήτην του Πρωτάτου, την ευρισκομένην εις τας Καρέας, εκεί πλησίον, εν τη τοποθεσία της ιεράς Μονής του Παντοκράτορος, είναι λάκκος μεγάλος, όστις έχει κελλία διάφορα. Εις ένα γουν των κελλίων τούτων, έπ’ ονόματι πμώμενον της Κυρίας Θεοτόκου της Κοιμήσεως, εκατοίκει ένας ιερομόναχος γέρων και ενάρετος μετά άλλου υποτακτικού. Επειδή δε ήτον συνήθεια να γίνεται αγρυπνία κάθε Κυριακήν εις την ρηθείσαν του Πρωτάτου Σκήτην, κατά το εσπέρας ενός Σαββάτου, θέλοντας να υπάγη ο προρρηθείς γέροντας εις την αγρυπνίαν, λέγει τω μαθητή αυτού· Τέκνον, εγώ μεν υπάγω διά να ακούσω την αγρυπνίαν, ως σύνηθες· συ δε μείνον εις το κελλίον, και ως δύνασαι ανάγνωθι την Ακολουθίαν σου· και οϋτως απηλθεν. Αφ’ ου δε η εσπέρα παρήλθεν, ιδού κρούει τις την θύραν του κελλίου· ο δε αδελφός έδραμε και την άνοιξε, και βλέπει, ότι ήτον ξένος μοναχός, αγνώριστος εις αυτόν όστις εισελθών, έμεινεν εις το κελλίον την νύκτα έκείνην.
Εν τη ώρα δε του όρθρου, αναστάντες, έψαλλον και οι δύω την Ακολουθίαν όταν δε ήλθον εις την Τιμιωτέραν, ό μεν εντόπιος μοναχός, έψαλλε μόνον την «Τιμιωτέραν των Χερουβείμ», και καθ’ εξής έως τέλους· τον συνήθη δηλαδή, και παλαιόν ύμνον του Αγίου Κοσμά του ποιητού. Ο δε ξένος εκείνος μοναχός, κάμνοντας άλλην αρχήν του ύμνου, έψαλλεν ούτως· «Άξιον έστιν ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον, και παναμώμητον, και μητέρα του Θεού ημών». Είτα εσύναψε και την Τιμιωτέραν μέχρι τέλους. Ακούσας δε ταύτα ο εντόπιος μοναχός, εθαύμασε, και λέγει προς τον φαινόμενον ξένον. Ημείς μόνον ψάλλομεν «την Τιμιωτέραν»· το δε «Άξιον έστιν», ουδέποτε ηκούσαμεν, ούτε ημείς, ούτε οι προτύτεροι από ημάς. Αλλά παρακαλώ σε, ποίησον αγάπην, και γράψον και εις εμένα τον ύμνον τούτον, διά να τον ψάλλω και εγώ εις την Θεοτόκον. Ο δε αποκριθείς, φέρε μοι, του λέγει, μελάνι και χαρτί, διά να τον γράψω. Ο δε εντόπιος, δεν έχω του λέγει, ούτε μελάνι, ούτε χαρτί. Και ο φαινόμενος ξένος, φέρε μοι, του είπε, μίαν πλάκα. Ο δε μοναχός δραμών, εύρε πλάκα, και του την έφερε. Λαβών δε ταύτην ο ξένος, έγραψεν επάνω εις αυτήν με τον εαυτού δάκτυλον τον ρηθέντα ύμνον, το «Άξιον έστι». Και, ω του θαύματος! τόσον βαθέως εχαράχθησαν τα γράμματα επάνω εις την σκληράν πλάκα, ωσάν να εγράφησαν επάνω εις πηλόν απαλώτατον. Είτα λέγει τω αδελφώ· από της σήμερον και εις το εξής, ούτω να ψάλλετε και εσείς, και όλοι οι ορθόδοξοι. Και ταύτα ειπών, έγινεν άφαντος· ήτον γαρ Άγιος Άγγελος, απεσταλμένος υπό Θεού, διά να αποκάλυψη τον Αγγελικόν ύμνον τούτον, και τη Μητρί του Θεού πρεπωδέστατον· μάλλον δε, ήτον ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, ως ρηθήσεται έμπροσθεν.
Αφ’ ου δε ήλθεν από την αγρυπνίαν ο γέροντας, και εισήλθεν εις το κελλίον, αρχίζει ο υποτακτικός αυτού να ψάλλη το, Άξιον έστι, καθώς ο Άγγελος αύτω επαρήγγειλε· και ακολούθως δείχνει εις τον γέροντά του και την ρηθείσαν πλάκα με τα ‘ Αγγελοχάρακτα γράμματα. Ο δε ταύτα ακούσας, και ιδών, έμεινεν εκστατικός διά το τοιούτον θαυμάσιον. Και λοιπόν, λαβόντες και οι δύω την Αγγελοχάρακτον εκείνην πλάκα, απήλθον εις το Πρωτάτον και δείξαντες αυτήν εις τε τον πρώτον του Αγίου Όρους, και εις τους λοιπούς γέροντας της Κοινής συνάψεως, εδιηγήθησαν εις αυτούς άπαντα τα γενόμενα- οι δε δοξάσαντες ομοφώνως τον Θεόν, και ευχαριστήσαντες την Κυρίαν ημών Θεοτόκον, διά το παράδοξον τούτο, ευθύς απέστειλαν την πλάκα εις την Κωνσταντινούπολιν, προς τε τον Πατριάρχην, και τον Βασιλέα, σημειώσαντες εις αυτούς διά γραμμάτων άπασαν την υπόθεσιν του τοιούτου τερατουργήματος.
»Από τότε δε και ύστερα, ο μεν Αγγελικός αυτός ύμνος διεδόθη εις όλην την οικουμένην, δια να ψάλλεται εις την Θεομήτορα, από όλους τους ορθοδόξους. Η δε Αγία είκών της Θεοτόκου, η ευρισκομένη εις τήν Εκκλησίαν του κελλίου εκείνου, εν ω το τοιούτον γέγονε θαύμα, μετεφέρθη από τους πατέρας του Αγίου Όρους, εις την Έκκλησίαν του Πρωτάτου· και εις αυτήν ευρίσκεται έως της σήμερον, ενθρονιασμένη επάνω τού Ιερού Συνθρόνου, εντός του Αγίου Βήματος, επειδή και έμπροσθεν της εικόνος ταύτης εψάλθη πρώτον υπό του Αγγέλου ο ύμνος ούτος. Το δε κελλίον εκείνο, έλαβε την επωνυμίαν να ονομάζεται, Άξιον έστι. Και ο λάκκος εκείνος, εις τον όποιον το κελλίον ευρίσκεται, ονομάζεται από όλους έως της σήμερον, “Άδειν” ο έστι ψάλλειν, διά το να εψάλθη πρώτον εις αυτόν ο Αγγελικός, και Θεομητροπρεπής ούτος ύμνος».
Και συνεχίζει ο άγιος Νικόδημος: «Ότι δε το θαύμα τούτο είναι πολλά παλαιόν, και ότι ο Άγγελος οπού εφάνη, ήτον ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, μαρτυρεί και το εν τοις τετυπωμένοις Μηναίοις γεγραμμένον, κατά την ενδέκατην του Ιουνίου μηνός, ούτω· «Τη αυτή ημέρα η Σύναξις του Αρχαγγέλου Γαβριήλ εν τω Άδειν». Επειδή γαρ, ως φαίνεται, εν τη ενδέκατη του Ιουνίου ηκολούθησε το τοιούτον θαυμάσιον τούτου χάριν οι τότε πατέρες, ετέλουν Σύναξιν, και Λειτουργίαν κατ’ ενιαυτόν, εις τον ρηθέντα λάκκον, τον επονομαζόμενον Άδειν, εις μνήμην του θαύματος, τιμώντες, και δοξάζοντες τον Αρχάγγελον Γαβριήλ· όστις, καθώς απ’ αρχής έως τέλους εστάθη ο ένθεος υμνολόγος της Θεοτόκου, και τροφεύς, και διακονητής, και χαροποιός αυτής ευαγγελιστής· ούτως υπηρέτησε και εις το να αποκάλυψη τον όντως Θεομητρικόν τούτον ύμνον, ως αυτώ μόνω κατά πάντα πρεπούσης της τοιαύτης διακονίας.
Και πάλαι μεν ο Δεσπότης των όλων Θεός, έδωκε τας δέκα εντολάς εις τους Εβραίους, γεγραμμένας με τον εαυτού δάκτυλον, επάνω εις τας δύω λιθίνας πλάκας. Τώρα δε ο Άρχων των του Θεού Αγγέλων, έδωκεν εις όλους τους ορθοδόξους, τον πλέον γλυκύτερον, και ερασμιώτερον ύμνον της Μητρός του Θεού, γεγραμμένον εις λιθίνην πλάκα με τον αρχαγγελικόν αυτού δάκτυλον.
»Βλέπε δε και πως επληρώθη η προφητεία του θείου Γαβριήλ, οπού είπεν, ότι να ψάλλωσι τον ύμνον τούτον όλοι οι ορθόδοξοι’ διά τιτόσον κοινός και τόσον ποθεινός εγένετο ο Αρχαγγελοσύνθετος ούτος ύμνος εις όλους τους ορθοδόξους, ώστε όπου, και αυτά τα μικρά παιδάρια των Χριστιανών, ηξεύρουν και τον ψάλλουν μεγαλοφώνως την σήμερον, με μεγάλην χαράν της καρδίας των, εις δόξαν της Θεοτόκου· ης ταις αγίαις πρεσβείαις αξιωθείημεν της βασιλείας των ουρανών.» Αμήν.
Ο ακριβής χρόνος της αγγελοφανείας
Για τον καθορισμό του χρόνου της αγγελοφανείας αυτής οδηγούμαστε από δύο σημαντικά στοιχεία:
α) Στην τυπωμένη ακολουθία του «Άξιον έστιν» αναφέρεται; «Το παρόν θαύμα εγένετο επί βασιλείας Βασιλείου και Κωνσταντίνου των αυταδέλφων, των και Πορφυρογεννήτων καλουμένων, υιών Ρωμανού του Νέου εν έτει σωτηρίω 980, Νικολάου δε Χρυοοβέργου πάτριαρχούντος, εν έτει από κτίσεως κόσμου στυγ». Το έτος όμως στυγ (=6490) αντιστοιχεί με το σωτήριον έτος 982 (και όχι με το 980). Οι αυτοκράτορες που μνημονεύονται είναι Βασίλειος Β’ ο Βουλγαροκτόνος (976-1025) και Κωνσταντίνος ο Η’ (1025-­1028).
β) Στο παραπάνω υπόμνημα αναφέρεται ότι το θαύμα έγινε ημέρα Κυριακή και ότι στα παλιά έντυπα μηναία η σύναξη του Αρχαγγέλου Γαβριήλ εν τω Άδειν αναγράφεται την 11η Ιουνίου. Επειδή, όπως φαίνεται, την 11η Ιουνίου έγινε το θαύμα αυτό, τότε η ημερομηνία αυτή πρέπει να αναζητηθεί στο 982. έτος που η 11η Ιουνίου συμπίπτει με ημέρα Κυριακή.
Η σύνθεση του ύμνου και η λειτουργική του χρήση
Το θεομητορικό μεγαλυνάριο «Άξιον έστιν» αποτελείται από δύο διακεκριμένους ύμνους, απ’ το αγγελοδίδακτο προύμνιο «Αξιον έστιν ως αληθώς, μακαρίζειν Σε την Θεο­τόκον, την αειμακάριστον, και παναμώμητον, και Μητέρα του Θεού ημών» και από τον ειρμό της θ΄ ωδής του κανόνα της Μεγάλης Παρασκευής «Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ, και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ, την αδιαφθόρως, Θεόν Λόγον τεκούσαν, την όντως Θεοτόκον Σε μεγαλύνωμεν», ποίημα του αγίου Κοσμά του Ποιητού (8ος αι.).
Ο ύμνος πέρασε απ’ τα τέλη του 10ου αιώνα σε λειτουργική χρήση και ψάλλεται στη θεία Λειτουργία του ιερού Χρυσοστόμου, όποια ημέρα κι αν τελείται αυτή, μετά την εκφώνηση «Εξαιρέτως της Παναγίας αχράντου…» απ’ τον α΄ χορό, στον ήχο που ψάλθηκε και το Χερουβικό. Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις που «καταλίμπάνεται» και ψάλλεται άλλο αντ’ αυτού.
Ψάλλεται επίσης στον Όρθρο και στους δύο Παρακλητικούς κανόνες της Θεοτόκου και αναγιγνώσκεται στις ακολουθίες της Τραπέζης και του Μικρού Αποδείπνου.
Κατά τήν τοπική αγιορείτικη παράδοση ο αρχάγγελος Γαβριήλ έψαλλε τον ύμνο σε ήχο β΄.
Άξιον εστί. Η θαυματουργή εικόνα του Πρωτάτου.
Έργο και φωτογραφία Βενιαμίν ιερομονάχου Κοντράκη (1872).
Συλλογή Αγιορειτικής Φωτοθήκης
Η ακολουθία στην εικόνα του «Άξιον έστι»
Πλήρη ακολουθία στο «Άξιον έστι» φιλοπόνησε ο λόγιος ιεροδιάκονος του Ρωσικού Κοινοβίου Βενέδικτος «εύλαβεία τη προς την Κυρίαν Θεοτόκον, αιτήσει των του Πρωτάτου Εκκλησιαστικών, κατά το 1838».
Εκδόθηκε τέσσερεις φορές στην Αθήνα (1854, 1857, 1890, 1971) και μια στις Καρυές του Αγίου Όρους (1924). Η μετάφρασή της στα σλαβονικά τυπώθηκε δύο φορές, μια στην Κωνσταντινούπολη (1861) και μια στη Θεσσαλονίκη (1910).
Ο κανόνας είναι γραμμένος σε ήχο δ΄. «Ανοίξω το στόμα μου», Στη θέση του συναξαρίου δημοσιεύεται το υπόμνημα του Πρώτου Σεραφείμ.
Τα δοξαστικά, που τονίστηκαν μουσικά, «αντεγράφηοαν διά χειρός Αβερκίου Μοναχού Αντιπροσώπου Ιεράς Μονής Ξενοφώντος εν έτει 1923».
Η λιτανεία της αγίας εικόνας
Τη δεύτερη μέρα του Πάσχα γίνεται στον ιερό ναό του Πρωτάτου πανηγυρική θεία Λειτουργία και ακολουθεί μεγαλοπρεπέστατη λιτανεία της θαυματουργής εικόνας στα όρια της σκήτης των Καρεών «μετά σκήπτρων και Θείων εικόνων, λαμπαδοφορουμένων ιερέων και διακόνων, μετά μανουολίων και μετά της του σύμπαντος μοναχικού ομηγύρεως ψαλ­λόντων της λαμπράς τα μελλίρυτα άσματα και ευωχίαν παρακλήσεως εν ειθισμένοις τόποις ποιούμενων».
Η λιτάνευση και περιφορά τηξς εικόνας γίνεται «διά την αγάπην την ιδικήν μας· ήτοι διά να αγιάζη τους οίκους μας· διά να ευλογή τους καρπούς μας· διά να διώκη κάθε βλαβερόν ζωύφιον από τους κήπους και αμπελώνας και δένδρα μας και τελευταίον, διά να καθαρίζη τον αέρα από κάθε νοσηράν αναθυμίασιν, και ούτω να ποιή αυτόν εύκρατον εις την υγείαν των σωμάτων μας».
Συμμετέχουν ο χοροστατών αρχιερεύς, η Ιερά Επι­στασία, οι πολιτικές αρχές και πλήθος κόσμου που συρρέει απ’ τα διάφορα μέρη του Όρους, απ’ τα μοναστήρια, απ’ τις σκήτες και ιδιαίτερα απ’ τα πέριξ των Καρεών κελλία, δείχνοντας έτσι τη θερμή ευλάβεια και το σεβασμό προς την Κοινή Προστάτιδα. Φρουρό και Φύλακα του Ιερού Τόπου Κυρία Θεοτόκο. Προπολεμικά ο αριθμός των ανθρώπων που ακολουθούσε τη λιτανεία περνούσε τις δύο χιλιάδες.
Η διαδρομή της λιτανείας απ’ αρχαιοτάτων χρόνων είναι καθορισμένη και στο Τυπικό της εκτίθεται με κάθε λεπτομέρεια. Στους διάφορους σταθμούς της λιτανείας γίνονται ποικίλες εκφωνήσεις και διάφορες ευχές προς αποτροπή νόσων και επιδημιών που επιπολάζουν στους ανθρώπους και στην καλλιεργούμενη φύση, καθώς και στα ζώα.
Το Τυπικό βρίσκεται γραμμένο σε τρία χειρόγραφα, που φυλάγονται στη βιβλιοθήκη του Πρωτάτου. Το πρώτο γράφτηκε μετά το 1508. Σ’ αυτό αναφέρεται πως η λιτανεία ξεκινάει απ’ την εκκλησία του Πρωτάτου και ακολουθεί τη διαδρομή: Ιβηριτικό κονάκι, πύργος του Μακρή, μονή Κουτλουμουσίου -όπου την υποδέχονται ό ηγούμενος και φορεμένοι ιερείς-, πύργος του Ραβδούχου, μονή του Αλυπίου, σταυρός του Χρυσοστόμου, σταυρός του αγίου Στεφάνου, σταυρός άνωθεν του πνευματικού παπά κυρ- Σάββα, σταυρός του Καπρούλη και του Ψαρά. σταυρός του μεγάλου Αντωνίου και του αγίου Βασιλείου, σταυρός Ζωγραφίτικος, μονή του αγίου Σάββα εις τον πύργον, Ξηροποταμηνό κονάκι και πάλι στη μεγάλη εκκλησία του Πρωτάτου.
Το δεύτερο γράφτηκε το 1851 από τον γνωστό ζωγράφο και εκκλησιάρχη του Πρωτάτου ιερομόναχο Μακάριο Γαλατσιάνο. Το τρίτο γράφτηκε το 1913 και είναι στην πραγματικότητα αντιγραφή του προηγούμενου.
Στα δύο τελευταία Τυπικά προστέθηκαν και μερικοί ακόμη σταθμοί της λιτανείας με ανάλογες εκφωνήσεις: Παντοκρατορινό κονάκι, σταυρός της σκήτης του αγίου Παντελεήμονος, Αγιοπαυλίτικο κονάκι. Ρωσικό κονάκι και «καινό Συνακτικό των Επιστατών». Δε διέρχεται όμως απ’ τον πύργο του Μακρή και ο σταυρός του Καπρούλη μνημονεύεται ως σταυρός του Κιοσκίου.
Ολοι οι μοναχοί έχουν πόθο να διαβεί η χαριτόβρυτη εικόνα κι από τα όρια των δικών τους κελλιών, για να τα ευλογήσει με το πέρασμά της. Σε κάθε κελλί διαβάζεται το σχετικό Ευαγγέλιο και ψάλλεται το τροπάριο του Αγίου, στο όνομα του οποίου τιμάται το κελλί.
Η λιτανεία μέχρι σήμερα συνεχίζεται να τελείται αδιάκοπα και παρά την πολύωρη πορεία την ακολουθούν πολλοί μοναχοί και λαϊκοί τιμώντας τη χάρη της και ζητώντας την ευλογία της, Στα παλιότερα χρόνια, επιστρέφοντας απ’ τη λιτανεία, μετά την τέλεση του Εσπερινού, πήγαιναν «άνω εις τα Κατηχούμενα, και εκεί ητοιμασμένης ούσης Τραπέ­ζης, εφιλεύοντο πάντες οι λιτανεύοντες αδελφοί, φιλία και παρακλήοει μεγάλη».
Θαύματα της εικόνας κατά τη λιτανεία
Στα παραπάνω Τυπικά μνημονεύονται και τα εξής εξαίσια σημεία που έδειξε ο Θεός:
Το έτος 1508 οι μοναχοί του Διονυσιάτικου κελλίου του αγίου Στεφάνου, την ώρα της λιτανείας, εγκατέλειψαν το κελλί, κρύφτηκαν και δεν υποδέχτηκαν την εικόνα της Θεοτόκου ούτε περιποιήθηκαν τους λιτανεύοντες μοναχούς. Το ίδιο βράδυ δυνατή βροχή και χαλάζι αφάνισαν τ’ αμπέλια τους, τα δένδρα και τους κήπους τους, ενώ των γειτόνων τους έμειναν «σώα και ευθαλή». Οι μοναχοί, συναισθανθέντες την αμαρτία τους, έσπευσαν στη μονή Διονυσίου και ανήγγειλαν το γεγονός στον άγιο Νήφωνα, πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, που βρισκόταν τότε εκεί. Εκείνος τους επιτίμησε ανάλογα και την επόμενη χρονιά υποδέχτηκαν με τιμή την εικόνα, περιποιήθηκαν τους μοναχούς και πέφτοντας στη γη ζήτησαν συγχώρεση για την περσινή τους συμπεριφορά,
Και οι μοναχοί της μονής Κουτλουμουσίου δυο φορές δεν έλαβαν μέρος στη λιτανεία, λέγοντας ότι «ημείς μοναστήριον μέγιστον έσμεν, και οφείλομεν ιδίως λιτανεύειν, ως και τα άλλα μοναστήρια, και την αρχαίαν ταύτην παράδοσιν των πατέρων ου ποιούμεν». Και «ευθύς η οργή του Θεού ανέβη επ’ αυτούς». Την πρώτη φορά οι αλλόφυλοι τους έκαψαν το καράβι του μοναστηριού και τον αρσανά και τη δεύτερη η νεόδμητη τράπεζα του μοναστηριού μαζί με άλλα κτίσματα κατέπεσαν «αθρόως ως τα Ιεριχούντια τείχη»,
Η εικόνα και το ελληνικό έθνος
Στις 3 Οκτωβρίου 1913 οι αγιορείτες μοναχοί, αφού έκαναν εκτενή δέηση με ολονύκτια αγρυπνία στο ναό του Πρωτάτου, συνέταξαν το μνημειώδες ψήφισμα «της αιωνίου και αδιάσπαστου ενώσεως μετά της Μητρός Ελλάδος», το οποίο υπέγραψαν οι ηγούμενοι και προϊστάμενοι των μοναστηριών, αφού πρώτα έβαζαν τρεις μετάνοιες μπροστά στην «εφέστιο των εφεστίων» εικόνα του Αγίου Όρους και κατασπάζονταν με βαθύτατη συγκίνηση και δάκρυα την πανάχραντο Δέσποινα και έφορο του Άθω. Το έγγραφο αυτό καθαρογράφτηκε, σφραγίστηκε απ’ τη Κοινότητα και τα μοναστήρια και στάλθηκε το μεν πρωτότυπο στον βασιλέα Κωνσταντίνο, «τον επί του Αγίου Όρους διάδοχον των αοιδίμων Αυτοκρατόρων, των ιδρυτών των ιερών μονών», αντίγραφα δε στη Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία, σε όλες τις κυβερνήσεις των Ορθοδόξων κρατών και στα μέλη «της εν Λονδίνω Πρεσβευτικής Συνδιασκέψεως».
Η εικόνα του «Άξιον έστι» τυπώθηκε και στις επίσημες ομολογίες του εθνικού αγιορείτικου δανείου του 1931, μετά την ανεκτίμητη προσφορά απ’ τα μοναστήρια του μεγαλύτερου μέρους των αγιορείτικων μετοχίων προς αποκατάσταση των ακτημόνων και των προσφύγων της Μικρασιατικής καταστροφής.
Το 1963, με αφορμή τον επίσημο εορτασμό της χιλιετηρίδος του Αγίου Όρους, η πάνσεπτη εικόνα με απόφαση της Ιεράς Κοινότητος και με τη συνοδεία μητροπολιτών, πολιτικών και στρατιωτικών αρχών, των αντιπροσώπων των μονών, των διακονητών του Πρωτάτου κ.ά. μεταφέρθηκε στην Αθήνα, όπου την υποδέχτηκαν με εξαιρετικές τιμές, βαθύτατη ευλάβεια και συγκίνηση. Πλήθος πιστών της πρωτεύουσας είχαν έτσι την ευκαιρία να προσκυνήσουν τη σεβάσμια και ιστορική εικόνα, που για πρώτη φορά έβγαινε από το ιερό λίκνο της.
Στην εκκλησία του Πρωτάτου γίνονται ημέρα και νύκτα οι ακολουθίες και συνεχίζονται αδιάκοπα οι παρακλήσεις και δεήσεις των μοναχών προς την Καρεώτισσα Θεοτόκο.
Οι ευλαβείς χριστιανοί απ’ την Ελλάδα και το εξωτερικό στέλνουν ονόματα για μνημονεύσεις και λειτουργίες. Ο μεγάλος αριθμός των προσκυνητών, που καθημερινά έρχεται στις Καρυές για την έκδοση του διαμονητηρίου, παίρνει την ευλογία της αγίας Πρωταΐτισσας.
Οι πολλές δημοσιεύσεις του υπομνήματος, οι εκδόσεις της ακολουθίας, το πλήθος των αντιγράφων και ιδιαίτερα η εξαιρετική διάδοση του αγγελοδίδακτου ύμνου του «Άξιον έστιν» έκαναν σ’ όλο τον κόσμο γνωστή την εικόνα.

πηγή: Ιουστίνου Ιερομονάχου Σιμωνοπετρίτου,
«Άξιον Εστιν» – Η θαυματουργή εικόνα του Πρωτάτου,

Η Πλατυτέρα των Ουρανών

«Άνθρωπος γίνεται Θεός, ίνα Θεόν τον Αδάμ απεργάσηται»


web statistics


Εορτασμός Τριών ΙεραρχώνΓράφει ο π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης
α) Σημειώναμε την περασμένη εβδομάδα ότι τον θρήνο του παλαιού Αδάμ μετέτρεψε σε ανεκλάλητη χαρά ο νέος Αδάμ, ο Χριστός, ο οποίος σήκωσε στους ώμους του το βάρος της αλλοτριωμένης ανθρωπότητας και με τον Σταυρό και την Ανάσταση χάρισε σε αυτή τον αγιασμό και τη λύτρωση.
Στο μυστήριο όμως της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού καθοριστικό ρόλο έπαιξε η πάναγνη Μαρία ως εκπρόσωπος του ανθρωπίνου γένους. Ο ιερός υμνογράφος του Ακάθιστου Ύμνου απευθυνόμενος προς αυτήν γράφει: «Χαίρε του πεσόντος Αδάμ η ανάκλησις».
β) Σύμφωνα με τον Συναξαριστή, «ο φιλάνθρωπος και ελεήμων Θεός, ως Πατήρ φιλόστοργος, θεωρών το πλάσμα των χειρών αυτού κατατυραννούμενον από τον διάβολον, και κατασυρόμενον εις τα πάθη της ατιμίας, και εις την ειδωλολατρείαν υποκείμενον, ηθέλησε να αποστείλη τον Yιόν του τον μονογενή, τον Kύριον ημών Iησούν Xριστόν, διά να λυτρώση αυτό από τας χείρας του.
Ενεπιστεύθη το μυστήριον αυτό εις τον αρχάγγελον Γαβριήλ».
γ) «Όθεν ελθών ο Άγγελος εις πόλιν Nαζαρέτ, είπεν αυτή· Xαίρε κεχαριτωμένη, ο Kύριος μετά σου. H δε Παρθένος προς τον Άγγελον· Iδού η δούλη Kυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου».
Με τους λόγους αυτούς η αγνή Μαρία εξ ονόματος όλης της ανθρωπότητας συγκατένευσε στην προαιώνια θεία βουλή. Κι ενώ η παρακοή της προμήτορος Εύας είχε ως αποτέλεσμα τη διακοπή της κοινωνίας με τον Θεό, η υπακοή της ταπεινής κόρης στο μήνυμα του αγγέλου σήμανε την έναρξη μιας νέας σχέσης με Αυτόν.
δ) Ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας γράφει ότι εκείνα που έλκυσαν τη χάρη του Θεού στο πρόσωπο της Παρθένου ήταν: Βίος πανάμωμος, ζωή πάναγνη, άρνηση κάθε κακίας, άσκηση όλων των αρετών, ψυχή καθαρότερη από το φως, σώμα λαμπρότερο από τον ήλιο, καθαρότερο από τον ουρανό, ιερότερο από τους χερουβικούς θρόνους. Φτερούγισμα νου, που δεν δειλιάζει μπρος σε κανένα ύψος, που ξεπερνά ακόμη και τα φτερά των Αγγέλων. Θείος έρως, που απορρόφησε και αφομοίωσε κάθε άλλη επιθυμία της ψυχής.
ε) Όλα αυτά είναι ασύλληπτα και ηχούν παράξενα στην ακοή των ανθρώπων, που έχουν αγύμναστες πνευματικές αισθήσεις. Η Μαρία όμως, η ταπεινή κόρη της Ναζαρέτ, ζούσε σε μια κοινότητα που πίστευε και ήλπιζε στην πραγματοποίηση των επαγγελιών του Θεού. Γνώριζε τις ρήσεις των προφητών και τα αινίγματα. Γι’ αυτό και δέχθηκε, έστω με κάποια περίσκεψη, τη θεία πρόσκληση. Η αναφορά του Αρχαγγέλου στην εγκυμοσύνη της Ελισάβετ, η οποία συνέλαβε γιο στα γηρατειά της, αποτέλεσε μαρτυρία ότι «όπου βούλεται Θεός, νικάται φύσεως τάξις».
στ) Κι όταν η Μαριάμ επισκέφθηκε την Ελισάβετ και επιβεβαίωσε τα λεγόμενα υπό του αγγέλου, ξέσπασε σε θεσπέσιο ύμνο, στον οποίο γίνεται αναφορά στο έλεος του Θεού που φανερώνεται από γενιά σε γενιά αλλά και στην εκπλήρωση της θεϊκής υπόσχεσης για τη σωτηρία του κόσμου. Εμπνευσμένη από το Άγιο Πνεύμα η σεμνή Μαρία μιλά για το έργο του Θεού που υπερβαίνει την ανθρώπινη λογική, αφού «σκόρπισε τους περήφανους, καθαίρεσε τους άρχοντες από τους θρόνους τους, ανύψωσε τους ταπεινούς, γέμισε πεινασμένους με αγαθά και έδιωξε πλούσιους με αδειανά χέρια» (βλ. Λουκ. 1, 50-54).
ζ) Οπότε, η Παναγία, συντασσόμενη με την προαιώνια βουλή του Θεού, πλαστουργώντας τον νέο Αδάμ, τον Χριστό, και μορφοποιώντας Τον στην ύπαρξή της, γίνεται πρότυπο πνευματικής τελείωσης για κάθε χριστιανό που είναι έτοιμος να δεχθεί τη θεία επίσκεψη. Και έτοιμος γίνεται εκείνος που γρηγορεί, ησυχάζει εσωτερικά, ασκείται στην αγάπη και καλλιεργεί τις δωρεές του βαπτίσματος που έλαβε στην Εκκλησία και όχι εκείνος που κατακρίνει όλους τους άλλους ζώντας ο ίδιος εντός της θρησκευτικής του αυταρέσκειας.
Πηγήmakthes.gr 

Ο Ευαγγελισμός στα απόκρυφα κείμενα.(Rogobete, Costena Cristina C)


web statistics


pic-0-norm
 επιμέλεια κειμένου:πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.

Μία από τις αιτίες εμφάνισης των αποκρύφων διηγήσεων μπορεί να είναι  η  τάση  συμπλήρωσης  μίας  έλλειψης πληροφορίων  περί  της  Θεοτόκου  στα  κανονικά Ευαγγέλια.
Το αρχαιότερο και σημαντικότερο των Αποκρύφων, από το  οποίο  πληροφορούμαστε  για  τον  Ευαγγελισμό  είναι  το  Πρωτοευαγγέλιο  Ιακώβου.
Εκτός από την επιρροή στον καθορισμό κάποιων εορτών, τα απόκρυφα κείμενα και ειδικά εκείνα που σχετίζονται με τη σκηνή του Ευαγγελισμού έχουν εμπνεύσει  και  την  εικονογραφική  τέχνη.  Οι  τοιχογραφίες  σε  ναούς  της Καππαδοκίας,  τα  ψηφιδωτά  του  νάρθηκα  της  Μονής  της  Χώρας  στην Κωνσταντινούπολη, οι τοιχογραφίες του Καθολικού της Μονής Χιλανδαρίου, της Περιβλέπτου  του  Μυστρά,  των  εξωτερικών  τυχογραφιών  στα  μοναστήρια  της Μολδαβίας, στη Ρουμανία, αποδίδουν την προέλευσή τους στο Πρωτοευαγγέλιον του  Ιακώβου.
Α.Η σχετιζόμενη με τον Ευαγγελισμό ιστορία ξεκινάει σ’ αυτό το κείμενο μ’  ένα από τα επεισόδια της νηπιακής ηλικίας της Παρθένου, όταν οι ιερείς ζητούν  την κατασκευή ενός καταπετάσματος για το ναό του Κυρίου και διαθέτουν γι’  αυτό επτά παρθένους της φυλής του Δαυίδ. Αυτές διαλέγουν τα χρώματα και η  Μαρία, «λαβοῦσα τὸ κόκκινον ἔκλωθεν».
Η  ιστορία  συνεχίζεται  έξω  από  το  σπίτι ,  κοντά  σ ’  ένα  φρέαρ ,  όπου  η  Παρθένος έρχεται να πάρει νερό. Εκείνη τη στιγμή ακούει μία φωνή λέγοντάς  της·  «Χαῖρε  κεχαριτωμένη,  ὁ  Κύριος  μετὰ  σοῦ ,  εὐλογημένη  σὺ  ἐν  γυναιξίν».
Κοιτώντας  γύρω  της  και  μη  βλέποντας  κανέναν,  με  φόβο ,  («σύντρομος»),  γυρνάει στο σπίτι «καὶ λαβοῦσα τὴν πορφύραν ἐκάθισεν ἐπὶ τοῦ θρόνου αὐτῆς  καὶ  εἶλκεν  αὐτήν».
Αυτή  τη  στιγμή  που  η  Παρθένος  κεντούσε,  εμφανίζεται  μπροστά της ο άγγελος Κυρίου και της μεταφέρει την αγγελία ότι θα συλλάβει  παιδί. Η στιγμή δηλαδή του κεντήματος συμπίπτει με τη σύλληψη του Χριστού.
Η κουρτίνα που έφτιαχνε η Παναγία διαχώριζε τα Άγια από τα Άγια των Αγίων, \ σύμφωνα  με  την  περιγραφή  της  Εξόδου.  Αυτή  η  εικόνα  της  Παρθένου  έχει  εμπνεύσει την εικονογραφία για τη σκηνή του Ευαγγελισμού.
Το  επόμενο  κεφάλαιο  που  ακολουθεί  τη  σκηνή  του  Ευαγγελισμού,  συνεχίζει  την  ιστορία  με  την  επίσκεψη  της  Μαρίας  στην  Ελισάβετ .
Ο  συγγραφέας  σημειώνει  ότι  αυτή  η  επίσκεψη  έγινε  μετά  από  τη  στίγμη  που η  Παρθένος είχε τελειώσει «τὴν πορφύραν καὶ τὸ κόκκινον». Επίσης τα λόγια με τα  οποία την ασπάζεται  η Ελισάβετ στο ευαγγέλιο του Λουκά, αποδίδονται σ’αυτό το  κείμενο  σ’  έναν  ιερέα·  «Καὶ  εὐλόγησεν  αὐτὴν  ὁ  ἱερεὺς  καὶ  εἶπεν·  Μαριάμ, ἐμεγάλυνεν Κύριος ὁ Θεὸς τὸ ὄνομά σου, καὶ ἔση εὐλογημένη ἐν πάσαις ταῖς  γενεαῖς τῆς γῆς».
Μία  άλλη  λετπομέρεια  του  Πρωτοευαγγελίου  εικονίζει  την  Ελισάβετ  απασχολημένη με την ίδια δουλειά, φτιάχνωντας δηλαδή ένα ύφασμα· «Χαρὰν  δὲ λαβοῦσα Μαριὰμ ἀπίει πρὸς Ἐλισάβετ τὴν συγγενίδα αὐτῆς. Καὶ ἔκρουσεν  πρὸς τὴν θύραν. Καὶ ἀκούσασα ἡ Ἐλισάβετ ἔρριψεν τὸ κόκκινον καὶ ἔδραμεν πρὸς τὴν θύραν…».
Το  παράδοξο  στοιχείο  αυτού  του  κειμένου  το  οποίο  δικαιολογεί  και  το  απόκρυφό  του  χαρακτήρα,  αποτελείται  από  την  έκπληξη  της  Παρθένου  στα  λόγια της Ελισάβετ, αφού, μας λέει ο συγγραγέας· «[…] ἡ Μαριὰμ δὲ ἐπελάθετο  τῶν μυστηρίων ὧν ἐλάλησεν αὐτῇ Γαβριὴλ ὁ ἀρχάγγελος». Αυτή η παράξενη  προσθήκη ότι η Μαρία έχει ξεχάσει τα ευαγγελιζόμενα από του Γαβριήλ είναι  απολύτως αντίθετα με το ευαγγέλιο του Λουκά στο οποίο, επισημαίνεται ότι η  Παρθένος κρατούσε και θεωρούσε μέσα της όλα τα ρήματα του Κυρίου.
Το  τέλος  της  ιστορίας  της  επίσκεψης  στην  Ελισάβετ  εισάγει  μία  άλλη  λεπτομέρεια στην οποία κανένα από το ευαγγέλια δεν αναφέρεται, σχετικά με  την ηλικία της Μαρίας. Εδώ ο συγγραφέας μας λέει ότι η Παρθένος «ἦν δὲ ἐτῶν  δέκα ἕξ ὅτε ταῦτα ἐγένετο τὰ μυστήρια».
Β.
Τον ΙΑ′ αιώνα, ο Επιφάνιος ο μοναχός επιφέρει κάποιες καινοτομίες στην  ευαγγελισκή  διήγηση  περί  του  Ευαγγελισμού.
Στην  πρώτη  περίπτωση,  η  δώδεκα ετών Παρθένος, που βρισκόταν στο ναό του Σολομώντος, είδε «κατὰ τὴν  ὥρα τῆς προσευχῆς της ἕνα φῶς λαμπρότερο ἀπὸ τὸν ἥλιο καὶ ἄκουσε  φωνὴ προερχόμενη ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο· θα γεννήσεις υἱό».
Όπως επισημαίνεται στη  συνέχεια  της  διήγησης,  η  Θεοτόκος  κρατάει  μέσα  της  το  όραμα  και  το  αποκαλύπτει μετά από την Ανάληψη του Κυρίου. Αυτή η πληροφορία διαφορεί  από τη συνηθισμένη ευαγγελική περικοπή, αφού δεν υπάρχει καμία αναφορά  στο  δισταγμό  και  τις  αμφιβολίες  της  Παρθένου  απέναντι  στις  εξαγγελίες.
Ο  καθηγητής  Γ.  Φίλιας  εξηγεί  τη  συγκεκριμένη  πληροφορία  ως  αναφερόμενη  πιθανότατα  στο  γεγονός  της  Γέννησης  του  Κυρίου  και  ότι  η  διήγηση  «δεν  διεσώθη λόγῳ του αντιφατικού χαρακτήρα της».
Η  δεύτερη  περίπτωση  του  κειμένου  του  Επιφανίου  εναρμόζεται  με  την  αφήγηση του ευαγγελιστή Λουκά. Η Παρθένος βρίσκεται στο σπίτι του Ιωσήφ,  τη  στιγμή  του  Ευαγγελισμού,  δέχεται  την  αγγελία  του  Γαβριήλ ,  αλλά  ταυτόχρονα, εκφράζει πρώτα την αμφιβολία της και μετέπειτα τη διαβεβαίωση  του Γαβριήλ περί των εξαγγελομένων.
Γ.
Ο Ευαγγελισμός  παίρνει  πιο  συνταρακτικές  διαστάσεις  στο  απόκρυφο  Ευαγγέλιο του  Βαρθολομαίου το Δ′ αιώνα. Συγκεντρώνονται οι απόστολοι για να  ρωτήσουν τη Μαρία πως συνέλαβε τον Κύριο στα σπλάχνα της, πως γέννησε και  βάστασε αυτόν που είναι αβάσταχτος. Έχουν αμφιβολίες και ο ένας ζητά από  τον άλλο να αναλάβει την πρωτοβουλία.
Τελικά ο Βαρθολομαίος πλησιάζει την Παρθένο και εκφράζει την έκληξή  του  μπροστά  στο  μυστήριο  της  σάρκωσης·  «Χαίροις  σύ,  σκηνὴ  ὑψίστου ,ἐρωτήσομέν  σε  πάντες  οἱ  ἀπόστολοι  πῶς  συνέλαβες  τὸν  ἀχώρητον  ἢ  πῶς  ἐβάσταξας τὸν ἀβάστακτον ἢ πῶς ἔτεκες τὸ τηλικοῦτον μέγεθος».
Η Παρθένος όμως φοβάται να εξηγήσει το μυστήριο, αν και οι απόστολοι  επιμένουν,  ώστε να  μην  δημιουργήσει  με  το  θάρρος  της  την  καταστροφή  του  ολόκληρου  κόσμου·  «πῦρ  ἐκ  τοῦ  στόματός  μου  ἐξελεύσεται  καὶ  καταφλέξει  πᾶσαν τὴν οἰκουμένην».
Αλλά οι απόστολοι επιμένουν να λάβουν μία απάντηση. Η Θεοτόκος τους  σηκώνει για προσευχή. Οι απόστολοι κράζουν ξανά το ακατάληπτο μυστήριο με  το οποίο ο Θεός, ο αόρατος και ο απερίγραπτος, χωράει σ’ένα κτιστό πλάσμα· «Ὁ  ἐν τοῖς οὐρανοῖς μόλις χωρηθεὶς εἰς σὲ ἠυδόκησεν».
Η Παρθένος αρχίζει να τους διηγείται το γεγονός του Ευαγγελισμού και  της σύλληψης. Μία πρώτη πληροφορία που ενέπνευσε μετέπειτα τα πατερικά  κείμενα  αναφέρεται  στην  πνευματική  ζωή  της  Παρθένου  κατά  τη  διάρκεια  διαμονής της στα Άγια των Αγίων. Αυτό το κείμενο διαβεβαιώνει μία παράδοση  κατά την οποία η Θεοτόκος τράφηκε αυτή την περίοδο από έναν άγγελο. Επίσης  μοναδική  είναι  εδώ  η  περιγραφή  του  Γαβριήλ ,  η  εμφάνιση  του  οποίου  είναι  μεταξύ  των  ορίων  κτιστού  και  ακτίστου· «Ὥστε  ἤμην  ἐν  τῷ  ναῷ  τοῦ  Θεοῦ  λαμβάνουσα  τὴν  τροφὴν  ἐκ  χειρὸς  ἀγγέλου,  μιᾷ  τῶν  ἡμερῶν  ἐφανερώθη  μοι  θέσις μὲν ὡς ἀγγέλου, τὸ δὲ πρόσωπον αὐτοῦ ἦν ἀχώρητον, οὐκ ἔχων ἐν τῇ χειρὶ  αὐτοῦ ἄρτον ἢ ποτήριον καθὼς ὁ πρὶν πρὸς μὲ ἐρχόμενος ἄγγελος».
Η  διήγηση  συνεχίζει  με  κάποιες  λεπτομέρειες  που  φαίνονται  να  εμπνέονται από άλλα βιβλικά κείμενα . Η παρουσία του αρχαγγέλου μπροστά  στην Παρθένο της δημιουργεί μεγάλο φόβο και τρόμο που υπενθυμίζει και την  κοσμική ταραχή που έγινε τη στιγμή της σταύρωσης του Χριστού· «καὶ ἐξαίφνης  διερράγη  τὸ  πέπλον  τοῦ  ναοῦ  καὶ  σεισμὸς  μέγας  ἐγένετο  καὶ  ἔπεσα  ἐπὶ  τὸ  πρόσωπον ἐγὼ μὴ φέρουσα τὴν ἰδέαν αὐτοῦ. Ὁ δὲ ὑπέβαλε τὴν χεῖραν αὐτοῦ καὶ  ἤγειρέν  με  καὶ  ἀνέβλεψα  εἰς  τὸν  οὐρανὸν  καὶ  ἦλθεν  νεφέλη  δρόσου  εἰς  τὸ πρόσωπόν μου καὶ ἐράντησέν με ἀπὸ κεφαλῆς ἕως ποδῶν, ὅ δὲ ἀπέμαξέν με τῇ  στολῇ αὐτοῦ».
Ο  Γαβριήλ  απευθύνεται  στην  Παρθένο  με  τον  ίδιο  χαιρετισμό  που  βρίσκεται  στην  ευαγγελική  περικοπή,  προσθέτωντας  όμως  και  την  ονομασία  «σκεῦος  ἐκλογῆς».  Μετά  από  αυτό  το  χαιρετισμό  ακολουθεί  ένα  γεγονός,  πιθανότατα μοναδικό στην απόκρυφη λογοτεχνία, και ταυτόχρονα σχετιζόμενο  με  τον  Ευαγγελισμό. Μ ’  έναν  θαυμάσιο  τρόπο,  ο  Αρχάγγελος  φέρει  έναν  «ἄρτον»  και ,  τοποθέτωντάς  τον  επάνω  στο  θυσιαστήριο  του  ναού,  τρώει  από  αυτό και μετέπειτα τον δίνει στην Παρθένο. Το επεισόδιο δεν τελειώνει όμως  μετά από τη στιγμή που κοινωνούν του άρτου. Ο Γαβριήλ φέρει και ένα ποτήριο  από  το  οποίο  πίνουν  και  οι  δύο·  «Καὶ  πάλιν  ἐπάταξεν  τὴν  εὐώνυμον  τοῦ  ἐνδύματος  αὐτοῦ  καὶ  ἐγένετο  ποτήριον  ὑπερμεγέθης  πλήρες  οἴνου  καὶ  ἔπιεν  πρῶτον καὶ ἔδωκεν καὶ ἐμοί, καὶ ἐθεώρησα καὶ εἶδον ποτήριον πλῆρες καὶ τὸν  ἄρτον».
Ο αρχάγγελος αναγγελεί τον ερχομό του Σωτήρα τρία χρόνια αργότερα·  «Καὶ εἶπέν μοι· ἔτι τρεῖς ἐνιαυτοὶ καὶ ἀποστείλω σοὶ τὸν λόγον μου καὶ συλλήψῃ  υἱόν, καὶ διʹ αὐτοῦ σωθήσεται πᾶσα κτίσις, σύ δὲ τὸ ποτήριον τοῦ κόσμου. Εἰρήνη  σοί, ἀγαπητή μου, καὶ σὺν σοὶ ἔσται εἰρήνη μου διὰ παντός».
Το πιο ενδιαφέρον  στοιχείο  σ’  αυτό  το  απόσπασμα  είναι  η  έκφραση  με  την  οποία  η  Παρθένος  χαρακτηρίζεται ως «ποτήριον του κόσμου», έκφραση που συνήθως αναφέρεται  συμβολικά στον Χριστό.
Όπως  ήδη  είχε  προειδοποιήσει  τους  αποστόλους,  η  προσπάθεια  της  Παρθένου  να  διηγηθεί  το  γεγονός  του  Ευαγγελισμού  πηγάζει,  «πῦρ  ἐκ  τοῦ  στόματος αὐτῆς». Η διήγηση φαίνεται να είχε αποτελέσει μία παράβαση που  μπορεί να οδηγήσει στη «συντέλεια του κόσμου»· «[…] ἐπιφανεῖς ὁ Κύριος λέγει  τῇ Μαριάμ· μὴ φθέγγου τὸ μυστήριον τοῦτο, ἐπειδὴ συντελεῖται πᾶσα ἡ κτίσις  σήμερον.  Καὶ  φόβῳ  συσχεθέντες  οἱ  ἀπόστολοι  ἐφοβήθησαν  μὴ  ποτε  ὀργισθῇ  αὐτοῖς ὁ Κύριος».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1.Η Εορτή του Ευαγγελισμού.Rogobete, Costena Cristina C.(ΑΠΘ)
2.Οι Θεομητορικές εορτές.Γ.Φίλια
3.Τα Απόκρυφα Ευαγγέλια.Γ.Καραβιδόπολουλου

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

Η ΧΑΡΑ ΜΑΣ Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΣ..


web statistics



1Του Μητροπολίτου Καστορίας κ. Σεραφείμ

Το πρόσωπο της Παναγίας μονοπωλεί τη σκέψη μας σήμερα. Παρασκευή Α’ των Νηστειών και η Εκκλησία μας με τη θαυμάσια Ακολουθία των Χαιρετισμών, που συγκινεί και μαγνητίζει τις καρδιές των ανθρώπων, μάς παρουσιάζει την Παναγία.
Είναι η μητέρα του Κυρίου μας.
Είναι η γυναίκα εκείνη που διηκόνησε το σχέδιο της ενανθρωπήσεως του Υιού και λόγου του Θεού
.
Είναι εκείνη που έδωσε κατά το θεοφόρο Δαμασκηνό στον πλάστη το πλασθείναι και στον Υιό του Θεού το ανθρωπησθήναι. Είναι εκείνη που έφερε κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, όχι απλώς την ουράνια βροχή αλλά αυτόν τον Κύριο των νεφελών.

Είναι εκείνη που γέμισε με χαρά ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Γι’ αυτό και δικαίως ο ιερός υμνογράφος στην Ακολουθία των Χαιρετισμών που ψάλλεται κάθε Παρασκευή βράδυ της Μεγάλης Σαρακοστής στους Ναούς της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας και επαναλαμβάνεται καθημερινά από θεοτοκόφιλα χείλη ψάλλει :

«Χαίρε δι’ ης η χαρά εκλάμψει»

Η Παναγία είναι το δοχείο της χαράς που έφερε στον κόσμο την πηγή της χαράς που είναι ο Χριστός. Και ενώ η Εύα με την αλόγιστη παρακοή της εισέπραξε τη ζυμωμένη με κακοπάθεια και λύπη ζωή της, η Θεοτόκος με την υπακοή της στο θέλημα του Θεού απήλλαξε την ανθρωπότητα από τη βαριά κληρονομιά της προμήτορος Εύας, μετατρέποντας το επιτίμιο εκείνης σε ευλογία και την πίκρα του θανάτου σε χαρά της ζωής.
Έτσι τα απελπισμένα δάκρυα της προμήτορος Εύας μετατρέπονται σε δάκρυα ευφροσύνης. Γι’ αυτό και όποιος πλησιάζει την Παναγία γεμίζει από χαρά, παίρνει κουράγιο και δύναμη για να συνεχίσει τον αγώνα του με στόχο και προορισμό τη Βασιλεία των Ουρανών.

Η χαρά την οποία χαρίζει η Παναγία είναι δώρο του Θεού. Είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος.
Ο καρπός του πνεύματος εστίν αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία... (Γαλ. 5, 22).
Και η Εκκλησία μας είναι πάλι πηγή της χαράς.

Και ο χριστιανισμός πάλι πηγή της χαράς.
Και τα πιο λυπηρά μέσα στην Εκκλησία μας, αντιμετωπίζονται με τη χαρμολύπη, με την ελπίδα και την προσμονή της ατελεύτητης μακαριότητος στη Βασιλεία των Ουρανών.
Η χαρά είναι απάντηση της Εκκλησίας στη νόσο του αιώνα μας, που είναι η κατάθλιψη. Δεν διακρίνει ηλικίες και κοινωνικές τάξεις, συμπαθεί όμως κυρίως τους νέους. Το βλέπουμε καθημερινά στα γεμάτα απορία και κατάθλιψη βλέμματά τους, που βλέπουν μόνο το κενό που υπάρχει γύρω τους.

Οι επιστήμες; Προσπαθούν να βρουν τα αίτια. Γεμίζουν τον άνθρωπο με φάρμακα. Όμως η αιτία βρίσκεται στην απομάκρυνση του ανθρώπου από το Θεό. Στην τραγικότητα που ο ίδιος επιθυμεί. Και, δυστυχώς, με τις ενέργειές του ο άνθρωπος φωνάζει το βλάσφημο λόγο κατά του Θεού, που μάς αναφέρει το βιβλίο του Ιώβ: «Απόστα απ’ εμού, οδούς σου ειδέναι ου βούλομαι» δηλαδή, «φύγε από μένα, δεν θέλω να σε ξέρω» (Ιώβ 21,14).
Σ’ αυτήν την τραγωδία η Παναγία προσφέρει χαρά. Προσφέρει σκάλα για να ανεβούμε στον ουρανό.
«Χαίρε κλίμαξ επουράνιε δι’ ης κατέβει ο Θεός»
Προσφέρει λιμάνι για να αγκυροβολήσουμε χτυπημένοι από τα πάθη και τις αμαρτίες. Μας προσφέρει αυλή για να φυλαχθούμε από τα βέλη του εχθρού. Είναι η αυλή των λογικών προβάτων. Γι’ αυτό οι Άγιοι της Εκκλησίας μας γνωρίζοντας τα θαυμαστά αποτελέσματα της μεσιτείας της και της πρεσβείας της στο θρόνο του Υιού και Θεού της κατέφυγαν με εμπιστοσύνη στη χάρη της και την ευλογία της.

Ήταν γι’ αυτούς, είναι για μας και θα είναι για κάθε αδελφό μας η γλυκιά μας μάνα, που θα μας ακούει γοργά, που θα μας σκουπίζει τα δάκρυα, που θα μας ενισχύει στους πειρασμούς και στις δυσκολίες, που θα μας αρωματίζει με την αρετή της και με τις πρεσβείες θα μας χαρίζει ανεκλάλητη χαρά και πνευματική ευφροσύνη.

Η χαρά μας η Παναγία μας!

«Χαίρε δι’ ης η χαρά εκλάμψει» 

Ο Ακάθιστος Ύμνος (ιστορία-κείμενο-εικονογραφία)


web statistics

Ακάθιστος ύμνος επικράτησε να λέγεται ένας ύμνος «Κοντάκιο» της Ορθόδοξης Εκκλησίας, προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου, από την όρθια στάση, που τηρούσαν οι πιστοί κατά τη διάρκεια της ψαλμωδίας του. Οι πιστοί έψαλλαν τον Ακάθιστο ύμνο όρθιοι, υπό τις συνθήκες που θεωρείται ότι εψάλη για πρώτη φορά, ενώ το εκκλησίασμα παρακολουθούσε όρθιο κατά την ακολουθία της γιορτής του Ευαγγελισμού, με την οποία συνδέθηκε ο ύμνος.

Ψάλλεται ενταγμένος στο λειτουργικό πλαίσιο της ακολουθίας του Μικρού Αποδείπνου, σε όλους τους Ιερούς Ναούς, τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τις πρώτες τέσσερις τμηματικά, και την πέμπτη ολόκληρος. Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους (στροφές) σε ελληνική αλφαβητική ακροστιχίδα, από το Α ως το Ω (κάθε οίκος ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα), και είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και εν μέρει της ομοιοκαταληξίας.

Θεωρείται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας, η γλώσσα του είναι σοβαρή και ποιητική και είναι εμπλουτισμένος από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα λόγου (αντιθέσεις, μεταφορές, κλπ). Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου, πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς και αγαλλίασης, οι οποίες του προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο.

Κατά το έτος 626 μ.Χ., και ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος μαζί με το βυζαντινό στρατό είχε εκστρατεύσει κατά των Περσών, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αιφνίδια από τους Αβάρους. Οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και την 6η Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. Σε συνεργασία με τους Πέρσες ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενθάρρυνε το λαό στην αντίσταση. Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή επέμβαση, δημιούργησε τρικυμία και κατάστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ οι αμυνόμενοι προξένησαν τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι.

Στις 8 Αυγούστου, η Πόλη είχε σωθεί από τη μεγαλύτερη, ως τότε, απειλή της ιστορίας της. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδιδε σε συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, κατά την παράδοση, όρθιο το πλήθος έψαλλε τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο», ευχαριστήρια ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους, την Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».


Κατά την επικρατέστερη άποψη, δεν ήταν δυνατό να συνετέθη ο ύμνος σε μία νύκτα. Μάλλον είχε συντεθεί νωρίτερα και μάλιστα θεωρείται ότι ψαλλόταν στο συγκεκριμένο ναό, στην αγρυπνία της 15ης Αυγούστου κάθε χρόνου. Απλώς, εκείνη την ημέρα ο ύμνος εψάλη «ὀρθοστάδην», ενώ αντικαταστάθηκε το ως τότε προοίμιο («Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼνἐν γνώσει»), με το ως σήμερα χρησιμοποιούμενο «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια», το οποίο έδωσε τον δοξολογικό και εγκωμιαστικό τόνο, στον ως τότε διηγηματικό και δογματικό ύμνο.

Σύμφωνα, όμως, με άλλες ιστορικές πηγές, ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέεται και με άλλα παρόμοια γεγονότα, όπως τις 
πολιορκίες και τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης επί των Αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673 μ.Χ.), Λέοντος του Ισαύρου (717 - 718 μ.Χ.) και Μιχαήλ Γ΄ (860 μ.Χ.). Δεδομένων των τότε ιστορικών συνθηκών (εικονομαχική έριδα, κλπ.), δεν θεωρείται απίθανο, η Παράδοση να έχει αλλοιώσει την ιστορική πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να καθίσταται πολύ δύσκολο να λεχθεί μετά βεβαιότητας ποιο ήταν το ιστορικό περιβάλλον της δημιουργίας του Ύμνου.

Σε όλη τη χειρόγραφη παράδοση, ο ύμνος φέρεται ως ανώνυμος, ενώ ο Συναξαριστής που τον συνδέει με τα γεγονότα του Αυγούστου του 626 μ.Χ. δεν αναφέρει ούτε το χρόνο της σύνθεσής του, ούτε τον μελωδό του. Το περιεχόμενό του πάντως
απηχεί τις δογματικές θέσεις της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου, που συνήλθε στην Έφεσο, στη βασιλική της Θεοτόκου, το 431 μ.Χ. από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄. Σε αυτήν συμμετείχαν 200 επίσκοποι, ανάμεσα στους οποίους ο Άγιος Κύριλλος Αλεξάνδρειας. Καταδίκασε τις διδαχές του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριου, ο οποίος υπερτόνιζε την ανθρώπινη φύση του Ιησού έναντι της θείας, υποστηρίζοντας ότι η Μαρία γέννησε τον άνθρωπο Ιησού και όχι τον Θεό. Η Σύνοδος διακήρυξε ότι ο Ιησούς είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, με πλήρη ένωση των δύο φύσεων και απέδωσε επίσημα στην Παρθένο Μαρία τον τίτλο «Θεοτόκος». Επομένως, η χρονολογία σύγκλησής της, το 431 μ.Χ., αποτελεί μία σταθερή ημερομηνία, καθώς είναι σίγουρο ότι ο ύμνος δεν είχε συντεθεί νωρίτερα. Από την άλλη, κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι από το περιεχόμενό του συνάγεται ότι ο ύμνος αναφέρεται σε κοινό εορτασμό του Ευαγγελισμού και των Χριστουγέννων, εορτές οι οποίες χωρίστηκαν κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού (527 - 565 μ.Χ.), πράγμα που, αν ισχύει, αφενός σημαίνει ότι ο ύμνος γράφτηκε το αργότερο επί Ιουστινιανού, αφετέρου ενισχύει την άποψη ότι προϋπήρχε των γεγονότων του 626 μ.Χ.


Η παράδοση, όμως, αποδίδει τον Ακάθιστο ύμνο στο μεγάλο βυζαντινό υμνογράφο του 6ου αιώνα μ.Χ., Ρωμανό τον Μελωδό . Την άποψη αυτή υποστηρίζουν πολλοί ερευνητές, οι οποίοι θεωρούν ότι οι εκφράσεις του ύμνου, η γενικότερη ποιητική του αρτιότητα και δογματική του πληρότητα δεν μπορούν παρά να οδηγούν στον Ρωμανό. Ακόμη, σε κώδικα του 13ου αιώνα μ.Χ. υπάρχει μεταγενέστερη σημείωση, του 16ου αιώνα μ.Χ., η οποία αναφέρει τον Ρωμανό ως ποιητή του ύμνου.

Όμως, η άποψη αυτή αντικρούεται από πολλούς μελετητές, που βρίσκουν στη δομή, στο ύφος και το περιεχόμενό του πολλά στοιχεία μετά την εποχή του Ρωμανού. Κατά μία άποψη, ο ύμνος ψάλθηκε καλοκαίρι, στη γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και μάλλον αργότερα μεταφέρθηκε στο Σάββατο της Ε΄ εβδομάδος των νηστειών, ίσως από τους εικονόφιλους μοναχούς του Στουδίου. Έτσι πλησίασε τη γιορτή του Ευαγγελισμού. Είναι, δε, ενδεχόμενο σε αυτή τη μεταφορά, και πάλι για λόγους σχετικούς με την Εικονομαχία, να αλλοιώθηκε και το ιστορικό του Συναξαριστή, και από το 728 μ.Χ., που αυτοκράτορας ήταν ο εικονομάχος Λέων Γ΄ Ίσαυρος, να μεταφέρθηκε στο 626 μ.Χ., στα χρόνια του Ηρακλείου, ο οποίος πολεμούσε τους Πέρσες για να επανακτήσει τον Τίμιο Σταυρό.

Επιπλέον υπάρχουν και άλλες δύο εκδοχές για το πρόσωπο του μελωδού του Ακάθιστου Ύμνου. Η μία εκδοχή αναφέρει το όνομα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού Α΄ (715 - 730 μ.Χ.) , ο οποίος έζησε τα γεγονότα της θαυμαστής λύτρωσης της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία της από τους Άραβες το 718 μ.Χ., επί Αυτοκράτορος Λέοντος του Ισαύρου. Η εκδοχή αυτή βασίζεται στο γεγονός, ότι μία λατινική μετάφραση του ύμνου, η οποία έγινε γύρω στο 800 μ.Χ. από τον επίσκοπο Βενετίας Χριστόφορο, τον αναφέρει ως δημιουργό του ύμνου.

Η άλλη εκδοχή που υποστηρίζεται βασίζεται σε μια παλαιά αχρονολόγητη εικόνα του Ευαγγελισμού στο παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου της ονομαστής μονής του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα, όπου εικονίζεται και ένας μοναχός, ο οποίος κρατάει ένα ειλητάριο που γράφει «Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη» (αρχή του α΄ οίκου του Ακάθιστου ύμνου). Στο κεφάλι του μοναχού αυτού γράφει «ο άγιος Κοσμάς». Πρόκειται για τον Κοσμά τον Μελωδό , ο οποίος έζησε και αυτός τα γεγονότα του 718 μ.Χ., καθώς απεβίωσε το 752 ή 754 μ.Χ.

Άλλες, λιγότερο πιθανές απόψεις θεωρούν ως μελωδό του ύμνου τον Πατριάρχη Σέργιο, τον ιερό Φώτιο (βλέπε 6 Φεβρουαρίου), τον Απολινάριο τον Αλεξανδρέα, τον Μητροπολίτη Νικομήδειας Γεώργιο Σικελιώτη, τον Γεώργιο Πισίδη, και άλλους, που έζησαν από τον Ζ΄ μέχρι τον Θ΄ αιώνα.

Βέβαιο, είναι πάντως, ότι οι ειρμοί του Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου είναι έργο του Ιωάννου Δαμασκηνού (676 - 749 μ.Χ.) , ενώ τα τροπάρια του Ιωσήφ Ξένου του Υμνογράφου .

Γενικό θέμα του ύμνου είναι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, ο οποίος πηγάζει από την Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας και περιγράφει τα ιστορικά γεγονότα, αλλά προχωρεί και σε θεολογική και δογματική ανάλυσή τους.

Οι πρώτοι δώδεκα οίκοι του (Α-Μ) αποτελούν το ιστορικό μέρος. Εκεί εξιστορούνται τα γεγονότα από τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου μέχρι την Υπαπαντή, ακολουθώντας τη διήγηση του Ευαγγελιστή Λουκά. Αναφέρεται ο Ευαγγελισμός (Α, Β, Γ, Δ), η επίσκεψη της εγκύου Παρθένου στην Ελισάβετ (Ε), οι αμφιβολίες του Ιωσήφ (Ζ), η προσκύνηση των ποιμένων (Η) και των Μάγων (Θ, Ι, Κ), η Υπαπαντή (Μ) και η φυγή στην Αίγυπτο (Λ), η οποία είναι η μόνη που έχει ως πηγή το απόκρυφο πρωτευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου.

Οι τελευταίοι δώδεκα (Ν-Ω) αποτελούν το θεολογικό ή δογματικό μέρος, στο οποίο ο μελωδός αναλύει τις βαθύτερες θεολογικές και δογματικές προεκτάσεις της Ενανθρώπισης του Κυρίου και το σκοπό της, που είναι η σωτηρία των πιστών.

Ο μελωδός βάζει στο στόμα του αρχαγγέλου, του εμβρύου Προδρόμου, των ποιμένων, των μάγων και των πιστών τα 144 συνολικά «Χαῖρε», τους Χαιρετισμούς προς τη Θεοτόκο, που αποτελούν ποιητικό εμπλουτισμό του χαιρετισμού του Γαβριήλ («Χαῖρε Κεχαριτωμένη»), που αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. α΄ 28).

Στα μοναστήρια, αλλά και στη σημερινή ενορία και παλαιότερα κατά τα διάφορα Τυπικά, υπάρχουν και άλλα λειτουργικά πλαίσια για την ψαλμωδία του ύμνου. Η ακολουθία του όρθρου, του εσπερινού, της παννυχίδος ή μιας ιδιόρρυθμης Θεομητορικής Κωνσταντινουπολιτικής ακολουθίας, την πρεσβεία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, σε ένα ορισμένο σημείο της κοινής ακολουθίας γίνεται μια παρεμβολή. Ψάλλεται ο κανών της Θεοτόκου και ολόκληρο ή τμηματικά το κοντάκιο και οι οίκοι του Ακαθίστου.

Ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέθηκε με τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, προφανώς, εξ αιτίας ενός άλλου καθαρώς λειτουργικού λόγου. Μέσα στην περίοδο της Νηστείας εμπίπτει πάντοτε η μεγάλη γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Είναι η μόνη μεγάλη γιορτή, που λόγω του πένθιμου χαρακτήρα της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων και μεθεορτίων. Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να καλύψει η ψαλμωδία του Ακαθίστου, τμηματικά κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρος κατά το Σάββατο της Ε΄ εβδομάδας. Το βράδυ της Παρασκευής και το Σάββατο είναι μέρες που μαζί με την Κυριακή είναι οι μόνες μέρες των εβδομάδων των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο γιορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, και στις οποίες, μετατίθενται οι γιορτές της εβδομάδας. Σύμφωνα με ορισμένα Τυπικά, ο Ακάθιστος Ύμνος ψαλλόταν πέντε μέρες πριν τη γιορτή του Ευαγγελισμού και κατά άλλα τον όρθρο της μέρας της γιορτής. 

Χειρόγραφη συμβουλευτική-παραινετική επιστολή Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεϊτου για την προσευχητική αξία των Χαιρετισμών της Θεοτόκου.

«Χαίρε, οσμή της Χριστού ευωδίας»


web statistics



Κάθε Παρασκευή, κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, πλήθος πιστών κατακλύζουν τους ιερούς ναούς για να τιμήσουν την Μητέρα του Θεού, να ψάλουν το «χαίρε» προς το «εύοσμον θυμίαμα», το «μύρον το πολύτιμον», την Κυρία Θεοτόκο. Πλημμυρίζουν οι Ορθόδοξοι ναοί από την άρρητη ευωδία που αναδίδει η πάναγνος μορφή της υπερευλογημένης Θεοτόκου.

Γι’ αυτό και οι πιστοί μαζί με τον ιερό υμνωδό αναφωνούν: «Χαίρε, οσμή της Χριστού ευωδίας»! Χαίρε εσύ, Θεοτόκε, που αναδίδεις την ευωδία του Χριστού.

Ευωδία Χριστού! Αυτό είναι το εξαίσιο, το υπερουράνιο άρωμα το οποίο αναδίδει η Παρθένος Μαρία. Μέσα σε έναν κόσμο ο οποίος απέπνεε έντονη τη δυσοσμία της αμαρτίας· μέσα σε μία ατμόσφαιρα αποπνικτική από τις αναθυμιάσεις της ηθικής διαφθοράς και της θρησκευτικής πλάνης, η Παναγία έγινε «της ευωδίας το σεπτόν σκήνωμα», το δοχείο της Χάριτος το οποίο γέμισε από το ακένωτο μύρο της θεότητας.

Τι ήταν όμως αυτό που κατέστησε την Παρθένο Μαρία δοχείο κατάλληλο που έφερε την ευωδία του Χριστού στον κόσμο;

Πρώτα απ’ όλα, η καθαρότητα της ψυχής της. Η Παναγία Παρθένος σε όλη της τη ζωή υπήρξε άσπιλη και αμόλυντη. Από της πρώτης ηλικίας διατηρούσε καθαρή και αγνή την ψυχή της. Δεν άφησε το ρυπαρό και άθλιο περιβάλλον της Ναζαρέτ, μέσα στο οποίο ζούσε επί έτη, να μολύνει στο παραμικρό την ηθική καθαρότητά της. Αντιστάθηκε με τη χάρη του Θεού στις επιθέσεις του εχθρού διαβόλου και παρέμεινε άτρωτη κι ανεπηρέαστη.

Ήταν η Παναγία ένα ολόλευκο κρίνο αγνότητας. Το μοναδικό λουλούδι που είχε να προσφέρει η αμαρτωλή ανθρωπότητα, για να το επισκιάσει το Πνεύμα το Άγιον και να δεχθεί το ουράνιο Μύρο, τον Ιησού Χριστό, «Ουκ είχε», λέει ο Μέγας Βασίλειος «η κατ’ εκείνην γενεά των ανθρώπων ομότιμον της καθαρότητος της Μαρίας, ώστε ενέργειαν του Πνεύματος υποδέξασθαι» (PG 31, 1464BC). Δεν είχε εκείνη η γενεά των ανθρώπων κανένα ισάξιο με την καθαρότητα της Μαρίας για να δεχθεί την επενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Αυτή η καθαρή και αγνή ζωή της Θεοτόκου την κατέστησε δοχείο κατάλληλο να φιλοξενήσει το υπέρ πάντα τα αρώματα εξαίσιο άρωμα του Χριστού.

Εκτός όμως από την καθαρότητα της ψυχής της η Παρθένος Μαρία φρόντιζε να καλλιεργεί και τις μοναδικές σε κάλλος θείες αρετές. Πώς να μη θαυμάσει κανείς την ταπείνωση και την υπακοή της πανάγνου Κόρης, όταν είπε το «ιδού η δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου» (Λουκ. α’ 38); Πώς να μην εγκωμιάσει την ευλάβεια, την αγάπη και την αφοσίωση στο Θεό αυτής που από μικρή ηλικία ζούσε στο Ναό του Κυρίου; Πώς να μην επαινέσει την πίστη της στα παράδοξα για την ανθρώπινη λογική λόγια του αρχαγγέλου Γαβριήλ; Και πάλι πόσα θα μπορούσε κανείς να αναφέρει για τη σύνεση και τη σεμνότητά της.

Καθώς μελετούμε τη ζωή της Υπεραγίας Θεοτόκου, μας αποκαλύπτεται ένας απέραντος κόσμος αρετής· γι’ αυτό οι ιεροί υμνογράφοι την αποκαλούν «κήπον των χαρίτων» και «παράδεισον», μέσα στον οποίο άνθισαν όλης της αρετής τα πολύχρωμα και μυρωδάτα λουλούδια. Μόνη αυτή λοιπόν η Παρθένος Μαρία μπόρεσε ν’ ανθίσει και να σκορπίσει στον κόσμο, που υπέφερε μέσα στην πνιγερή ατμόσφαιρα της κακίας, το άρωμα της πλέον ευωδιαστής και ουράνιας αρετής.

Γι’ αυτό και όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, ο πανάγαθος Θεός αυτήν διάλεξε για να την κάνει Μητέρα του σαρκωθέντος Υιού και Λόγου του. Και τότε πλέον η Παναγία πλημμύρισε από την ευωδία του Χριστού, με τη θεία κένωση όλο το ακένωτο Μύρο γέμισε την ύπαρξη της Παρθένου Μαρίας. Το «καθαρώτατον δοχείον» που ευωδίαζε από την αγία ζωή της, τώρα συγκρατεί απερινοήτως στα τοιχώματά του την πηγή της ευωδίας, αυτόν τον Κύριο Ιησού Χριστό.

Το μυστήριο της σαρκώσεως του Θεού Λόγου ανέδειξε την Υπεραγία Θεοτόκο ως το πλέον «πολύτιμον μύρον», «οσμήν της Χριστού ευωδίας». Από τότε η Μητέρα του Θεού, η Παναγία, σκορπίζει αυτή τη θεϊκή ευωδία, ως οσμή μύρου μοναδική, και ελκύει τους ανθρώπους κοντά στον Κύριο Ιησού Χριστό, στη λύτρωση και τη σωτηρία.

«Χαίρε, οσμή της Χριστού Ευωδίας»!

Αυτήν την οσμή της ευωδίας του Χριστού οσφραινόμαστε κι απολαμβάνουμε κι εμείς κοντά στην Παναγία μας, κοντά στους αγίους, κοντά στον Κύριο Ιησού! Μια ευωδία πνευματική που πολλές φορές επιτρέπει ο Θεός να την νιώθουμε και με τις αισθήσεις μας, όταν προσκυνούμε τις ιερές εικόνες που μυροβλύζουν και τα χαριτόβρυτα άγια Λείψανα που ευωδιάζουν.

Αυτή την οσμή της ευωδίας του Χριστού μπορεί να αναδίδει και η δική μας ζωή, αφού σύμφωνα με τον θεόπνευστο λόγο του αποστόλου Παύλου «Χριστοῦ εὐωδία ἐσμέν» (Β' Κορ. β’ 15). Αρκεί να φροντίζουμε, ώστε την ψυχή μας να τη διατηρούμε καθαρή από πάθη και αμαρτίες και να τη στολίζουμε με τα άνθη των αρετών. Ας μιμηθούμε κι εδώ το παράδειγμα της πανάγνου Κόρης της Ναζαρέτ. Οι καιροί μας δεν είναι χειρότεροι από τους τότε καιρούς. Με τις πρεσβείες της ο καθένας μας μπορεί να της μοιάσει· στην αγνότητα, την πίστη, την ταπεινόφρονα υπακοή στο θέλημα του Θεού. Τέτοιες αρετές ελκύουν τη Χάρη του Θεού και σκορπίζουν ζωογόνο ευωδιαστό αέρα μέσα στην ασφυκτική ατμόσφαιρα που ζούμε.

Πολύ περισσότερο όμως, η ζωή μας θα φέρει την του «Χριστού ευωδίαν», όταν δεχόμαστε μέσα μας το πιο ευωδιαστό μύρο, τον Βασιλέα Χριστό. Όταν δηλαδή με καθαρή καρδιά και κατάλληλη προετοιμασία προσερχόμαστε στο ουράνιο Μυστήριο της θείας Κοινωνίας. Τότε ο πιστός ενωμένος με τον Κύριο Ιησού, γίνεται ο ίδιος ευωδία Χριστού!

Ας παρακαλούμε την Υπεραγία Θεοτόκο να αξιώνει και τον καθένα από εμάς με την καθαρή κι ενάρετη ζωή του, αλλά και με τη συμμετοχή στα ιερά Μυστήρια της Εκκλησίας μας, να γίνεται ένα θυμιατήρι του Χριστού που θα σκορπά στο
 
περιβάλλον του το άρωμα της πίστεως, την «οσμήν της Χριστού ευωδίας».
Πηγή: Από το Περιοδικό «Ο Σωτήρ»


ΠΗΓΗ: http://www.pentapostagma.gr/2013/03/Panagia.html#ixzz2OGmLb64Q

Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

Η Παναγία, μάς αποστρέφεται και όταν ακόμα σκεπτόμαστε τις αμαρτίες των άλλων.(Στάρετς Παρθένιος της Κιεβο-Πετσέρσκαγια Λαύρας)


web statistics




Όπως ο όσιος Παρθένιος ομολογούσε, από τη νεανική του ηλικία φυλάχθηκε καθαρός και δεν δοκίμασε τις ενοχλήσεις του σαρκικού πολέμου.

Ήταν θέλημα του Κυρίου, η καρδιά του που επρόκειτο να γίνει κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος και ναός προσευχής, να μη μολυνθεί από τα ακάθαρτα πάθη. Ακόμη και από τους αμαρτωλούς λογισμούς τον φύλαγε η χάρη του Θεού.

Το επόμενο περιστατικό μας αποκαλύπτει τη ψυχική θέση που είχε απέναντι στο θέμα αυτό.

«Στην αρχή της υπακοής μου (όταν ήταν δόκιμος), ως προσφοράρης, μας διηγείτο, έτυχε ν’ ακούσω άθελα αισχρές συζητήσεις από κάποια παρέα παιδιών. Όταν λοιπόν αργά το απόγευμα έπεσα να ξεκουραστώ, ήρθαν στη μνήμη μου όσα άκουσα. Επειδή ήμουν ακόμη άπειρος στην πνευματική ζωή, δεν απομάκρυνα αμέσως αυτές τις σκέψεις. Ενώ τις συλλογιζόμουν, απορούσα πώς συμβαίνει οι άνθρωποι ν’ αμαρτάνουν και ποιά ευχαρίστηση νιώθουν στις σαρκικές αμαρτίες. Τέτοιοι λογισμοί, όλο και περισσότερο με απασχολούσαν και δεν μπορούσα με κανένα τρόπο ν’ απαλλαγώ από την κυριαρχία τους. » Ξαφνικά χτύπησαν την πόρτα του κελιού μου και με φώναξαν στην υπακοή. Πήγα χωρίς αργοπορία και άρχισα τη δουλειά πρόθυμα. Συγχρόνως προσευχόμουν. Και να, οι λογισμοί που τόσο με βασάνιζαν προηγουμένως, τώρα εξαφανίσθηκαν. Τους ξέχασα εντελώς.


Εργάσθηκα αρκετές ώρες μέχρι τα μεσάνυχτα. Έκανα τον κανόνα μου και αποκοιμήθηκα. Πρωί-πρωί με φώναξαν να πάω στον Ηγούμενο. Εκείνος με οδήγησε στο γραφείο του.

-  Πες μου, Πέτρο (αυτό ήταν το βαπτιστικό του όνομα), μου είπε, σαν σε Πνευματικό, μήπως στο παρελθόν έπεσες σε κανένα αμάρτημα που δεν εξομολογήθηκες;

Εγώ αιφνιδιάστηκα. Σκέφθηκα πολλή ώρα, ερεύνησα τον εαυτό μου, έκανα μια αναδρομή στα περασμένα, αλλά δεν βρήκα τίποτε. -Όχι, Γέροντα, δεν θυμάμαι κάτι, για το οποίο να με ελέγχει η συνείδησή μου. – Εξέτασε καλύτερα τον εαυτό σου, μου είπε πάλι, επιμένοντας στο σημείο αυτό. Βύθισα τη σκέψη μου σε μια εξονυχιστική αυτοκριτική, αλλά δεν μπορούσα να θυμηθώ κάτι που να το είχα κρατήσει ανεξομολόγητο. -Κάτι πρέπει να υπάρχει, μου είπε. Άκου τί είδα απόψε στον ύπνο μου: Ενώ βρισκόμουν στην Μεγάλη Εκκλησία απέναντι από την εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου που περιστοιχίζεται από τις εικόνες του Αποστόλου Πέτρου και του Οσίου Αντωνίου, σε βλέπω να μπαίνεις στο Ναό και προχωρώντας προς την εικόνα της Παναγίας να βάζεις μετάνοια. Τότε η Παναγία σαν να ήταν ζωντανή γύρισε αλλού το πρόσωπο της. Κοίταξες και συ προς την κατεύθυνση εκείνη, αλλά πάλι σε απεστράφη. Κάθισες απέναντι της περίλυπος. Τότε ο Όσιος Αντώνιος σε σκέπασε στοργικά με τον μανδύα του και μαζί με τον Απόστολο Πέτρο είπαν στη Θεοτόκο: -Υπεραγία Δέσποινα, συγχώρεσέ τον, γιατί αμάρτησε από άγνοια. Εμείς δίνουμε εγγύηση γι’ αυτόν. Και η αγία Παρθένος τους απήντησε:

-  Εφ’ όσον γίνεσθε σεις εγγυητές του, για χάρη σας τον συγχωρώ. Και αμέσως γύρισε το πρόσωπό της προς το μέρος σου. Εγώ τη στιγμή εκείνη ξύπνησα. Αυτό με κάνει να επιμένω.

Σκέψου καλά, μη τυχόν αμάρτησες με την σκέψη, αν όχι με έργα.

Τότε, σαν να φωτίσθηκε η μνήμη μου, θυμήθηκα τις ακάθαρτες εκείνες σκέψεις και αμέσως τις εξομολογήθηκα. Ω! πόσο πρέπει να φυλάμε, σκεπτόμουν υστέρα, τον εαυτό μας από απρεπείς λογισμούς. Δεν αρκεί η καθαρότητα στο σώμα. Η Παναγία, μας αποστρέφεται και όταν ακόμα σκεπτόμαστε τις αμαρτίες των άλλων. Χρειάζεται προσοχή στο σημείο αυτό, που επιμένει ο Ψαλμωδός λέγοντας; «Εκ των κρυφίων μου καθάρισόν με, και από αλλότριων φείσαι του δούλου σου».

Στάρετς Παρθένιος της Κιεβο-Πετσέρσκαγια Λαύρας, Μετάφρασις από τα ρωσικά, εκδ. έκτη, Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπός Αττικής