Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2015


web statistics

ΤΟ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ ΟΡΑΜΑ ΓΕΡΟΝΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΠΟΙΜΝΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ. ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΓΕΡΩΝ ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ Ο ΚΑΡΑΚΑΛΛΗΝΟΣ.








ΤΟ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ ΟΡΑΜΑ ΓΕΡΟΝΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΠΟΙΜΝΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ. ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΓΕΡΩΝ ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ Ο ΚΑΡΑΚΑΛΛΗΝΟΣ.


Μ.Μ.: Γέροντα, να πάμε σε κάτι εντελώς διαφορετικό, μιλήστε μας για την σχέση πού έχετε σεις και ό κάθε αγιορείτης με την Παναγίαν.
Μ.Μ.: Είναι ό Κήπος Της εδώ, το Περιβόλι Της κι εμείς είμαστε τα παιδιά Της.
Κάποτε ένας μοναχός Αγιορείτης ήταν ασθενής. Για  να θεραπευθεί κατέφυγε στην Παναγία της Τήνου. Εκεί μάλιστα από ευλάβεια κοιμήθηκε τη νύκτα μέσα στην εκκλησία. Πράγματι λοιπόν ή Παναγία τον επισκέφτηκε , αλλά με έναν... ιδιαίτερο τρόπο. Του έδωσε ένα ράπισμα μητρικό, λέγοντας του συγχρόνως: Τί θέλεις εσύ εδώ;
Παναγία μου, ήλθα να βρω την υγεία μου.  Καλά και δεν μπορούσες να με φωνάξεις και να με παρακαλέσεις στο Περιβόλι μου; Κάθε μέρα εκεί είμαι, μαζί σας. Ήταν ανάγκη να έλθεις εδώ; τα έχασε ό καημένος και ξύπνησε σκεπτόμενος: Πω -πω. ό ανόητος, τί κάνω εδώ;
Αύτη την στάση την μητρική έχει ή Παναγία απέναντι μας και όταν ευαρεστούμε ενώπιον Της -κατά την υπόσχεση Της- μας τα δίνει όλα.

Ό μακαριστός Γέροντας Έφραίμ Κατουνακιώτης έλεγε: Έχεις πειρασμό; Πιάσε την Παναγία από το φουστάνι και φώναξε Την! Μάνα είναι, θα σε ακούσει. Το έλεγε έτσι χαρίεντος, αλλά και με πίστη ότι έτσι θα γίνει. Ότι ζητούσε αυτός από την  Παναγία, Εκείνη του το έδινε

 Υπάρχει μία διήγηση για ένα συγκλονιστικό όραμα Σχετικά με τούς Αγιορείτες πατέρες και την Ύπεραγία Θεοτόκον, ή οποία εικονίζεται πολλές φορές και ως Ηγουμένη, ως Γερόντισσα του Αγίου Όρους, με την ράβδο και τον μανδύα Της. Αυτή επιστατεί, αυτή επαγρυπνεί, αυτή φροντίζει για τα παιδιά Της. Το είδε ένας Γέροντας αυτό το όραμα το συγκλονιστικό: Είχε έλθει, λέει, ή Δευτέρα Παρουσία, ή Μέλλουσα κρίσις. Ή Παναγία ως Ηγουμένη περνούσε από τα κοιμητήρια των ιερών μονών, από τις σκήτες, από τα ερημητήρια, απ' όπου υπήρχαν τάφοι πατέρων. Καθώς περνούσε από τον τόπο της αναπαύσεως των πατέρων, κτυπούσε με την ράβδο Της τα μνήματα και ανασταίνονταν οι πατέρες! 

Συγκλονιστικό όραμα...


 Όλοι οι αναστημένοι πατέρες ακολουθούσαν την Παναγία πού πήγαινε μπροστά και έτσι σχηματίσθηκε μία μεγάλη ποίμνη, ή ποίμνη της Ύπεραγίας Θεοτόκου. Οι Άγιορείται ήσαν και είναι τα παιδιά Της, πού τα οδηγούσε και τα οδηγεί στην Βασιλεία των ουρανών. Ύπέροχον όραμα. Αλλά κάπου - κάπου, από ορισμένα μνήματα ή Παναγία δεν έπαιρνε τούς πατέρας. Τούς άφηνε εκεί. Ήσαν οι μοναχοί πού δεν πρόσεξαν στην ζωή τους, πού δεν τήρησαν τις μοναχικές υποσχέσεις και τα μοναχικά καθήκοντα. Εκείνοι φώναξαν, εκλιπαρούσαν, έκλαιαν, ικέτευαν: Πάρε με Παναγία μου και μένα! Πάρε με και μένα μαζί Σου! Όμως δεν τούς έπαιρνε κι έμεναν εκεί παραπονούμενοι και αποχωρισμένοι από την μεγάλη αδελφότητα, την Συνοδεία της Ύπεραγίας Θεοτόκου.


Κάθε Αγιορείτης μοναχός, την Παναγία την αισθάνεται Μητέρα του. Ότι και αν Της ζητήσει με πίστη και καθαρότητα, ή Παναγία θα το ικανοποιήσει, αλλά κι εκείνος προσπαθεί πάντοτε με την ζωή του να ευαρεστεί ενώπιον Της. Δηλαδή προσπαθεί ή ζωή του να είναι τέτοια, πού να μη λυπεί την Μητέρα του.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΛΟΓΟΣ ΑΘΩΝΟΣ. ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΕΛΙΝΟΣ.
ΠΗΓΗ.ΑΠΑΝΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

web statistics

Παναγία η «Αυκασιήα» Ευλαβής προσέγγιση για την προέλευση του ονόματος

Δημοσιεύθηκε: 26 Ιανουαρίου 2015 Κατηγορίες: Άγιοι - Πατέρες - ΓέροντεςΟρθόδοξη πίστη
Panagia copy
Στο περισπούδαστο βιβλίο του Κώστα Παπαγεωργίου «Κυπριακά Μοναστήρια, Τ’ αγκωνάρια της πίστης μας», Αθήνα, 2007, στη σελ. 107, αναγράφεται για την Ιερά Μονή της Παναγίας της Αυκασιήας: «Στα βορειοδυτικά της πόλης των Βαρωσίων, κοντά στα χωριά Μηλιά, Γύψου και Λευκόνοικο, λειτουργούσε παλαιότερα Ιερό Μονα­στήρι αφιερωμένο στην Παναγία της Αυγασίδας».
Ακριβέ­στερα η Μονή εντάσσεται διοικητικά στα όρια του χωριού της Μηλιάς, παρ’ όλο που η πνευματική ακτι­νο­βολία ενός μονα­στηριού δεν περιορίζεται σε τοπικά όρια, αλλά απλώνεται σ’ όλο τον κόσμο. Ανατολικά της Μονής βρίσκεται το Τουρκοκυπριακό χωριό Αλόα και μετά τα Λιμνιά. Δυτικά της Μονής βρίσκεται το Τουρκοκυπριακό χω­ριό Σανταλάρης (Saint Hilarion = Άγιος Ιλαρίων) και μετά η Περιστε­ρωνοπηγή. Νότια βρίσκεται το χωριό Στύλλοι. Η Γύψου και το Λευκό­νοικο, που ο Παπαγεωργίου μνημονεύει στο πιο πάνω βιβλίο του ως κοντινά χωριά, είναι κάπως πιο μακριά από την Αυκασιήα, συγκριτικά με τα αναφερθέντα.
Από τον τίτλο του παρόντος άρθρου διαφαίνεται η ταπεινή προσπάθεια να καταδειχθεί η προέλευση της επωνυμίας της εν λόγω Μονής.
Ως γνωστό, για κάθε Μονή αφιερωμένη στην Παναγία υπάρχει μια Θεομητορική εορτή κατά την οποία πανηγυρίζει και στην οποία το εγκαίνιό της αναφέρεται. Το μοναστήρι της Παναγίας της «Αυκα­σιή­ας» πανη­γύριζε στο Γενέσιο της Θεοτόκου, δηλαδή στις 8 Σεπτεμ­βρί­ου.
Σύμφωνα με τους Πατέρες της Εκκλησίας μας, που προσεγγίζουν θεολογικά το γεγονός της γέννησης της Παναγίας και την σημασία του στην εξέλιξη του όλου μυστηρίου της κοσμοσωτήριας οικονομίας του Χριστού, η γέννηση της Θεοτόκου υπήρξε η απαρχή της έκχυσης των θείων δωρεών και χαρίτων στον κόσμο, αφού από τη θεομήτορα γεννή­θηκε ως άνθρωπος ο Σωτήρας μας Χριστός, το δεύτερο πρό­σω­πο της Αγίας Τριάδος.
Η έλευση του σεσαρκωμένου Θεού στον κόσμο, ως άλλου πνευμα­τι­κού ηλίου που φώτισε το μέχρι τότε πνευματικό σκοτάδι της ανθρω­πό­τητας, σημάνθηκε αισθητά για πρώτη φορά στον κόσμο με την γέννηση της κατά σάρκα μητέρας του.
Στην υμνολογία της Εκκλησίας μας, ο Χριστός αναφαίρεται «ως ήλιος δικαιοσύνης», παρομοιάζεται δηλαδή με τον φυσικό ήλιο που όταν ανατέλλει φωτίζει τον κόσμο και εξαφανίζει το σκοτάδι της νύχτας, επειδή ο Χριστός ακριβώς με την έλευσή του στον κόσμο, το πάθος του και την Ανάστασή του κατάργησε το σκοτάδι της αμαρτίας, των παθών και τέλος το θάνατο, χαρίζοντας τον αγιασμό στους ανθρώ­πους και τη θέωση ή θεία υιοθεσία, μέσα από την ανάσταση από τον άδη και τη δυνα­τότητα βίωσης του ποθητού παραδείσου, για όσους με μετάνοια θελήσουν να τον ακολουθήσουν, τηρώντας τις θείες Του εντολές.
Κατά τον ίδιο τρόπο, η γέννηση της Παναγίας παρομοιάζεται με τη φυσική αυγή, που προμηνύει την ανατολή του ήλιου. Όπως η αυγή μηνύει χαρά στον κόσμο, γιατί απ’ αυτή θα ανατείλει ο φυσικός ήλιος και θα εξαφανίσει το ανεπιθύμητο σκοτάδι της νύχτας, έτσι και η γέννηση της Παναγίας μήνυσε χαρά, γιατί ήταν σαν άλλη πνευματική αυγή απ’ όπου ανέτειλε «ο ήλιος της δικαιοσύνης Χριστός», που κατάργησε το πνευματικό σκοτάδι, μιας που η γέννηση της Παναγίας ήταν το πρώτο σημάδι στον πνευματικό ορίζοντα για την έλευση του Σωτήρος Χριστού.
Το απολυτίκιον της Γέννησης της Παναγίας έχει ως εξής: «Η Γέννησις σου Θεοτόκε χαράν εμήνυσε πάση τη οικουμένη, εκ σου γαρ ανέτει­λεν ο ήλιος της δικαιοσύνης Χριστός ο Θεός ημών και λύσας την κατάραν έδωκε την ευλογίαν και καταργήσας τον θάνατον εδωρήσατο ημίν ζωήν την αιώνιον».MoniAfkasia copy
Με τη Γέννηση λοιπόν της Θεοτόκου, ως άλλης φυσι­κής αυγής που προμηνύει με το ροδίζον χρώμα της την έλευση του φυσικού ήλιου, «καλλίστου τε και χρυσοφαούς», αρχίζει να αυγάζει, να οράται, να ατενίζεται και να φωτίζει στον πνευματικό ορίζοντα η ανατολή «του νοητού ηλίου της δικαιο­σύνης Χριστού» που θα εξαφανίσει το πνευ­ματικό σκοτάδι με το άκτιστο φως Του.
Έτσι, η Μονή «Παναγία η Αυκασιήα/Αυγασία» είναι η Μονή του Γενε­σί­ου της Θεο­τό­κου και η Μονή της θαυματουργού εικόνας και προστά­τιδας των Μηλιωτών, που περικλείει φερωνύμως, δηλαδή στο όνομά της «Αυκασιήα», όλο το μυστήριο της σημα­σίας της γέννησης της Πανα­γίας στη κοσμοσωτήριο έλευση του ηλίου της δικαιοσύνης Χριστού. Διότι είναι η Παναγία η αυγάσασα πνευματικώς τον Χριστόν, που ηύγασε δηλαδή τον Χριστόν ως ήλιον δικαιοσύνης (το ρήμα αυγάζω προέρχεται από το ουσιαστικό αυγή: μέλλ. αυγάσω και αόρ. ηύγασα, μετοχή δε αορίστου αυγάσας, αυγά­σασα, αυγάσαν και σημαίνει ορώ, παρατηρώ, ατενίζω και καταλάμπω, φωτίζω, βλ. Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης των Liddell and Scott).
Ως εκ τούτου, η ετυμολογική προέλευση του ονόματος «Παναγία η Αυκασιήα/Αυγασία» προέρχεται από το ουσ. αυγή=αυκή, το ρήμα αυγάζω και την μετοχή αυγάσασα, απ’ όπου το επίθετο «Αυγα­σία» και επί το κυπριακώτερον «Αυκασιήα». Τυγχάνει δε αδόκι­μος ως προς το κατ’ εμέ η απόδοση στην ελλαδική διάλεκτο του γνω­στού σε όλους μας πατροπαράδοτου επιθέτου «Αυκασιήα» ως «Αυ­γα­σίδα». Το φιλολογι­κά ορθό είναι «Αυγα­σία» και όχι «Αυγα­σί­δα», για τους πιο πάνω λόγους.MoniSimera copy
Η εκδοχή στο βιβλίο του Κώστα Παπαγεωργίου, που αναφέρθηκε στην αρχή του άρθρου, ως προς την προέλευση της επωνυμίας του Μοναστη­ριού ότι αυτή «πιθανόν να προέρχεται από την τοποθεσία στην οποία βρισκό­ταν» το μοναστήρι είναι επίσης ως προς το κατ’ εμέ λανθα­σμένη.
Οι κάτοικοι του χωριού της Μηλιάς γνωρίζουν ότι η Μονή «Παναγία η Αυκασιήα» είχε μια αξιόλογη περιουσιακή έκταση. Αυτό τεκμηριώ­νεται και από την επισταμένη έρευνα του πιο πάνω συγ­γραφέα που αποτύπωσε στο ίδιο βιβλίο του, αναφέροντας ότι στον κτιτορικό κώδικα της Αρχιε­πισκοπής, η έκταση της Μονής φέρεται να «αποτελείτο από τρεις χιλιάδες στρέμματα γης, …». Αν ληφθεί μάλιστα υπόψη ότι ο κώδικας δεν κάνει λόγο για σημερινά δεκαδικά στρέμματα αλλά τα στρέμματα της τότε εποχής που εξ όσων γνωρίζω αντιστοιχεί το κάθε στρέμμα σε δυόμισυ δεκαδικά, αυτό σημαίνει ότι μια περιοχή γύρω στις 7.500 σημε­ρινά στρέμματα ήταν η ιδιόκτητη περιοχή της Μονής.MoniAfkasia copy1
Στις μέρες μας, η Μονή φέρεται να είναι ενταγμένη σε μια ευρύτερη περι­ο­χή που λέγεται «Αυκασιήα». Το γεγονός αυτό σε πρώτη προσ­έγ­γιση δίδει την εντύ­πω­ση ότι η Μονή ενδεχομένως πήρε την ονομα­σία της από το τοπωνύμιο της ευρύτερης περιοχής στην οποία εντάσ­σεται. Αυτή όμως η περιοχή κάποτε ανήκε στη Μονή και το πιθα­νό­τερο είναι ότι στο πέρασμα των αιώνων έφυγε από τα χέρια της και περιήλθε σε ιδιώτες ή και στο δημόσιο. Ας μη ξεχνάμε ότι μιλάμε για ένα βυζαντινό ή πρώιμα μετα­βυζαντινό μοναστήρι.
Ως εκ τούτου, εφόσον η τεράστια αυτή περιοχή ανήκε κάποτε στη Μονή, τότε η περιοχή είναι που έλαβε την ονομα­σία «Αυκασιήα» από το όνομα της Μονής και όχι η Μονή από την περιοχή. Δοθείσθω μάλι­στα ότι η ονομασία «Αυκασιήα ή Αυγα­σία» έχει θεολογική αναγωγή και περικλείει όλο το νόημα και τη σημασία της Γέννησης της Πανα­γίας στο κοσμοσωτή­ριο έργο του Σωτήρος μας Χριστού, και ότι στο εγκαίνιο της θεομητορικής αυτής εορτής πανυγυ­ρίζει –είναι αφιερω­μένη- η Μονή, κατά τα πιο πάνω αναλυτικώς εκτεθέντα.
Ως εκ τούτου, τυχούσα παραλλαγμένη αναφορά όσον αφορά την ονο­μα­σία της Μονής που είναι σωστά «Παναγία η Αυκασιήα/Αυγα­σία», ως «Πανα­γία της Αυκασιήας/Αυγασίδας» ή της θαυμα­τουργής εικό­νας της ως «Παναγία η εν Αυγασίδα», κατά την οποία η Μονή ή η εικόνα της Παναγίας φέρεται να παίρνει το όνομά της από το τοπω­νύμιο της περιοχής είναι λαν­θα­σμένη ως προς το κατ’ εμέ και φαλκι­δεύει ανε­πιγνώστως την ετυμολογική προέλευ­ση του ονόμα­τος και κατ’ επέ­κτα­ση τη θεολο­γική του ανα­γωγή κατά τα πιο πάνω.
Τυγχάνει δε σ’ όλους γνωστό, το πώς η αλλοίωση των όρων και των ονομάτων φέρνει την αλλοτρίωση από τις παραδόσεις, ώστε και στην περίπτωση της Μονής «Παναγία η Αυκασιήα/Αυγασία» οι ερευνητές/ συγγραφείς να δηλώνουν άγνοια της προέλευσης του ονόματός της, ένεκα της λεκτικής παραφθο­ράς που επεσυνέβη στο πέρα­σμα του χρόνου. Αρχικά με την αδόκιμη μεταφορά στην ελλαδική διάλεκτο του κυπριακού «Αυκα­σιήα» ως Αυγασίδα αντί «Αυγασία». Το λάθος αυτό συνέλκυσε την αποκοπή από την ετυμολογική προ­έλευση της λέξης «Αυγασία» και συνεπαγόμενα από τη θεολογική της αναγωγή, που αντικατοπτρίζει όλη τη μυστική συμβολή της Γεν­νή­σεως της Θεοτό­κου -Θεομητορική εορτή που πανηγυρίζει η Μονή- στην κοσμο­σωτή­ρια οικονομία του Χριστού. Αυτό δε με τη σειρά του επέφερε το ακόμη χειρότερο να μη γίνεται λόγος για την Παναγία την Αυκα­σιήα/Αυγασία αλλά για την Παναγία στην Αυκασιήα ή την εν Αυγα­σίδα.


Έγραφα στο Άγιον Όρος,
8/21 Σεπτεμβρίου 2014,
Ιερομόναχος Κυπριανός Βατοπαιδινός
ΠΗΓΗ.ΔΙΑΚΟΝΗΜΑ

Παναγία η Βλαχερνίτισσα (Κωνσταντινούπολις)


web statistics


Παναγία Βλαχερνών
1. Εισαγωγή
Η λατρεία της Θεοτόκου κατείχε κεντρική θέση στη θρησκευτική ζωή της Κωνσταντινούπολης. Ήδη από τον 7ο αιώνα, η Κωνσταντινούπολη γίνεται, κατά την έκφραση του C. Mango, «Θεοτοκούπολη», με αυξανόμενη την έμφαση στη λατρεία της Παναγίας, που φαίνεται και στην προσπάθεια συγκέντρωσης σχετικών κειμηλίων στην πρωτεύουσα. 
Σε μια ομιλία του το 624/625, ο Θεόδωρος Σύγκελλος αναφέρεται στην πυκνότητα ναών και παρεκκλησίων αφιερωμένων στη Θεοτόκο, που βρίσκονται σχεδόν σε κάθε δημόσιο συγκρότημα, ανάκτορο και θρησκευτικό ίδρυμα.1

Το σημαντικότερο προσκύνημα της Παναγίας στην Κωνσταντινούπολη ήταν η εκκλησία των Βλαχερνών.2 Επρόκειτο στην πραγματικότητα για ένα συγκρότημα που περιλάμβανε τη βασιλική (αναφέρεται και ως Μεγάλος Ναός στο Περί Βασιλείου Τάξεως), την Αγία Σορό, όπου φυλασσόταν το Μαφόριο της Παναγίας και άλλα ιερά κειμήλια, και ένα λουτρό, το επονομαζόμενο «λού[σ]μα».3 Η χρονολόγηση του οικοδομήματος είναι αβέβαιη. Στο παρελθόν η βασιλική θεωρούνταν ότι ιδρύθηκε από την αυτοκράτειρα Πουλχερία,4 όμως από την πιο πρόσφατη έρευνα η ανέγερση της βασιλικής αποδίδεται στον Ιουστίνο Α΄ (518-527). Η Σορός πιθανότατα ήταν κτίσμα προγενέστερο της βασιλικής και η ανέγερσή της σχετιζόταν με τη μεταφορά του Μαφορίου στην Κωνσταντινούπολη από ένα χωριό κοντά στη Ναζαρέτ, στα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Λέοντα Α΄ (457-474).

Οι Βλαχέρνες ήταν συνοικία στις ακτές του Κεράτιου Κόλπου, η οποία έμεινε εκτός του περιβόλου των χερσαίων τειχών του Θεοδοσίου. Δροσερή και δασώδης περιοχή, αποδείχθηκε πρόσφορος τόπος εξοχής, και κάποιοι εύποροι Ρωμαίοι έχτισαν εκεί τις επαύλεις τους. Επιπλέον, στις Βλαχέρνες ανάβλυζε πηγή μεταλλικού νερού, που εξυπηρετούσε τη λειτουργία λουτρού, στο οποίο αποδόθηκαν από κάποιο σημείο και μετά, και ήδη από τον 5ο αιώνα, θεραπευτικές ιδιότητες συνδυασμένες με τη λατρεία της Θεοτόκου στην περιοχή.5

2. Το μνημείο. Αρχιτεκτονική περιγραφή
Η μορφή του πρωτοβυζαντινού μνημείου είναι εν μέρει γνωστή από περιγραφές, εφόσον το ίδιο το μνημείο δε σώζεται. Ο Προκόπιος περιγράφει την εκκλησία (γύρω στο 554) ως τρίκλιτη βασιλική, με δύο κιονοστοιχίες από παριανό μάρμαρο. Επρόκειτο για κτίσμα εντυπωσιακών διαστάσεων, με μήκος 50 μ. Κατά τη διάρκεια των επισκευών που έγιναν επί Ιουστίνου Β΄ (565-578), προστέθηκαν και δύοκόγχες, στα βόρεια και στα νότια του αρχικού κτίσματος, έτσι ώστε η κάτοψη της βασιλικής να διαμορφωθεί σε κάτοψη βασιλικής με εγκάρσιοκλίτος.6 Η βασιλική είχε νάρθηκα και υπερώα προσβάσιμα μέσω κλίμακας, καθώς και άμβωνα και σολέα. Στο υπερώο υπήρχε παρεκκλήσιο και κοιτώνας. Στα νότια του Ιερού Βήματος υπήρχε ένα μικρό σκευοφυλάκιο.7 Ο χώρος του λουτρού φαίνεται ότι βρισκόταν νοτίως της βασιλικής, προς το Παλάτι. 

Στα νοτιοανατολικά της βασιλικής βρισκόταν το κτίσμα της Αγίας Σορού. Το κτίσμα αυτό πρέπει να ήταν προγενέστερο της βασιλικής και είχε κυκλική κάτοψη.8 Η Αγία Σορός δεν υπήρξε απλώς παρεκκλήσιο, δεδομένου ότι ήταν κτίσμα αξιόλογων διαστάσεων, με ξεχωριστό νάρθηκα, στον οποίο εισερχόταν κανείς από τη βασιλική, από ένα χώρο πίσω από το σκευοφυλάκιο. Η Σορός περιλάμβανε επίσης τρίκλινο για τον αυτοκράτορα.9 Κάτω από την Αγία Τράπεζα της Σορού υπήρχε λειψανοθήκη, που αναφέρεται στις πηγές ως «επίσκεψις».10 Από άλλες πηγές μαθαίνουμε ότι στη Σορό υπήρχε και άμβωνας,11 που σημαίνει ότι ο χώρος προοριζόταν εξαρχής για την τέλεση λειτουργίας. Κατά πάσα πιθανότητα είχε και υπερώο με παρεκκλήσιο και αποδυτήριο («μετατόριον»). Ένα πέρασμα με κλίμακα εξασφάλιζε την επικοινωνία της Σορού με το παλάτι των Βλαχερνών.12

3. Η ιστορία της Παναγίας Βλαχερνών
3.1. Η χρονολόγηση της βασιλικής
Στην παλαιότερη βιβλιογραφία η βασιλική των Βλαχερνών θεωρούνταν ότι ιδρύθηκε από την αυτοκράτειρα Πουλχερία και το σύζυγό της Μαρκιανό (450-457) μεταξύ των ετών 450 και 453. Η άποψη αυτή βασιζόταν στη μαρτυρία αρκετών μεταγενέστερων πηγών.13 Ο Προκόπιος ωστόσο αναφέρει ότι ήταν οικοδόμημα του αυτοκράτορα Ιουστίνου Α΄ (518-527). Επί Ιουστίνου Β΄ η βασιλική απέκτησε το εγκάρσιο κλίτος που της έδωσε σταυροειδή μορφή, έργο που μαρτυρείται σε δύο επιγράμματα της Παλατινής Ανθολογίας (1.2-3)· στο δεύτερο από τα επιγράμματα αυτά, ιδρυτής του ναού εμφανίζεται και πάλι ο Ιουστίνος Α΄.14 Σύμφωνα με το Mango, οι δύο αυτές μαρτυρίες είναι σαφείς και πιο αξιόπιστες από τις αόριστες πληροφορίες που αντλούμε από μεταγενέστερες πηγές και θα πρέπει επομένως να θεωρηθεί ασφαλής η χρονολόγηση της ανέγερσης του ναού στα χρόνια του Ιουστίνου Α΄.15

3.2. Η Σορός και η παράδοση που σχετίζεται με την Πουλχερία
Το «ευκτήριο» των Βλαχερνών υπήρχε σίγουρα το έτος 475, όταν η Βερίνα, σύζυγος του Λέοντα Α΄ (457-474) και αδελφή του Βασιλίσκου (475-476), εναντίον του οποίου είχε στραφεί μετά την άνοδό του στο θρόνο, κατέφυγε εκεί. Πρόκειται όμως για τη Σορό και όχι για τη βασιλική, η οποία είναι, όπως είδαμε, μεταγενέστερο οικοδόμημα.16 Η ίδρυση της Σορού σχετίζεται με τη μεταφορά του Μαφορίου της Παναγίας από τη Ναζαρέτ στην Κωνσταντινούπολη, κατά τη δεκαετία του 460. Ούτε και στην ανέγερση του παλαιότερου αυτού οικοδομήματος όμως θεωρείται βέβαιος ο ρόλος της Πουλχερίας. Σύμφωνα με το Mango, η Σορός χτίστηκε από τη Βερίνα στα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Λέοντα.

Η σχέση της Βερίνας με τη Σορό και το ευκτήριο των Βλαχερνών εν γένει αποσιωπάται στις πηγές. Η μεταγενέστερη παράδοση, την οποία επαναλαμβάνει μεταξύ άλλων ο Θεοφάνης, συνδέει το όνομα της Πουλχερίας όχι μόνο με την Παναγία των Βλαχερνών, αλλά και με τηΘεοτόκο των Χαλκοπρατείων,17 αποδίδοντας έτσι στην αυτοκράτειρα αυτή σημαντικό ρόλο στην εισαγωγή και εδραίωση της λατρείας της Θεοτόκου στην Κωνσταντινούπολη: γιατί και οι δύο αυτές εκκλησίες, εκτός της αφιέρωσής τους στη Θεοτόκο, στέγαζαν ή θεωρούνταν ότι στέγαζαν σημαντικά κειμήλια της Παναγίας, δηλαδή την Τίμια Ζώνη (Παναγία Χαλκοπρατείων) και το Μαφόριο (Παναγία Βλαχερνών). Κι όμως, για την Παναγία των Χαλκοπρατείων τα στοιχεία συνηγορούν περισσότερο για την ίδρυσή της από τη Βερίνα, παρά από την Πουλχερία. Όσο για την Τίμια Ζώνη, πρόκειται για μια παράδοση αβέβαιης προέλευσης και οπωσδήποτε μεταγενέστερης από αυτήν που αφορά το Μαφόριο· από τη στιγμή πάντως που κάνει την εμφάνισή της, στις αρχές του 8ου αιώνα, παρουσιάζεται συνήθως να συνδέεται με την ιστορία του Μαφορίου,18 ενώ, μετά την άλωση και τη λεηλασία της Κωνσταντινούπολης από τους ιππότες της Δ΄ Σταυροφορίας, ένα τμήμα της Ζώνης υποτίθεται ότι φυλασσόταν πλέον στην Παναγία των Βλαχερνών.19

Σχετικά με τη διακόσμηση της Σορού, μας έχουν σωθεί μαρτυρίες για δύο παραστάσεις: η πρώτη βρισκόταν μάλλον στο τεταρτοσφαίριο της αψίδας και εικόνιζε τη Θεοτόκο ένθρονη, πλαισιωμένη από τον αυτοκράτορα Λέοντα Α΄, τη Βερίνα και την κόρη τους Αριάδνη. Η Βερίνα εικονιζόταν σε στάση προσκύνησης με τον εγγονό της, το Λέοντα, στην αγκαλιά. Η δεύτερη παράσταση (ή μεγάλη φορητή εικόνα, δε γίνεται σαφές) βρισκόταν στο διακονικό και εικόνιζε τη Θεοτόκο πλαισιωμένη από δύο αγγέλους και δύο αγίους, τον Ιωάννη Πρόδρομο και τον Κόνωνα. Σε στάση προσευχής παριστάνονταν οι πατρίκιοι Γάλβιος και Κανδιδάτος, οι οποίοι μετέφεραν, σύμφωνα με την παράδοση, το Μαφόριο της Παναγίας στην Κωνσταντινούπολη.20

3.3. Η αίγλη του προσκυνήματος
Μέχρι τις αρχές του 6ου αιώνα, το ευκτήριο της Θεοτόκου φαίνεται ότι είχε ήδη αποκτήσει μεγάλη φήμη ως τόπος θαυματουργών θεραπειών (μια ιδιότητα που συνδεόταν με το κειμήλιο του Μαφορίου και με την πηγή στην τοποθεσία εκείνη). Η αίγλη αυτή παρακίνησε ενδεχομένως τον Ιουστίνο Α΄ να οικοδομήσει τη μεγάλη βασιλική των Βλαχερνών, η οποία παρέμεινε και η μεγαλύτερη σε διαστάσεις εκκλησία της Θεοτόκου στην Κωνσταντινούπολη.

Σύμφωνα πάντως με το Mango, είναι πιθανό η ίδρυση της Σορού και η μεταφορά του Μαφορίου στην Κωνσταντινούπολη να συνδέονταν με μονοφυσιτικούς κύκλους της πρωτεύουσας, υπόθεση βασισμένη στη μαρτυρία των πηγών σχετικά με την καταγωγή των δύο πατρικίων, του Γάλβιου και του Κανδιδάτου. Στην περίπτωση αυτή, η ανέγερση ενός λαμπρού ναού από τον Ιουστίνο Α΄ θα μπορούσε να ερμηνευτεί και ως προσπάθεια να συνδεθεί το ήδη περίφημο κειμήλιο με την ορθόδοξη παράδοση. Αυτό θα εξηγούσε επίσης την ανάπτυξη, σε μεταγενέστερους χρόνους, της παράδοσης που συνέδεε τη μεταφορά του Μαφορίου και την ίδρυση των Βλαχερνών με την ορθόδοξη αυτοκράτειρα Πουλχερία.21

Επί Ιουστίνου Β΄ (565-578) η βασιλική ανακαινίστηκε και απέκτησε σταυρική κάτοψη. Μεγάλος αριθμός κληρικών υπηρετούσε στο ναό, που υπολειπόταν μόνο της Αγίας Σοφίας ως προς τον κλήρο. Το 588 ο αυτοκράτορας Μαρκιανός καθιέρωσε μια εβδομαδιαία πανήγυρη στην εκκλησία των Βλαχερνών, ενώ μια νεαρά του Ηρακλείου (610-641) προβλέπει τη μείωση του αριθμού σε 74 άτομα:22 12 πρεσβύτερους, 18 διακόνους, 6 διακόνισσες, 8 υποδιακόνους, 20 αναγνώστες, 4 ψάλτες και 6 θυρωρούς. Σύμφωνα με το Θεόδωρο Σύγκελλο, τον 7ο αιώνα η Βλαχερνίτισσα θεωρούνταν ήδη ο σημαντικότερος οίκος της Παναγίας στην πρωτεύουσα.23

Το 1070 ο ναός της Παναγίας των Βλαχερνών καταστράφηκε από πυρκαγιά24 και ανακαινίστηκε από τους αυτοκράτορες Ρωμανό Δ΄ (Διογένη) (1068-1071) και Μιχαήλ Ζ΄ Δούκα (1071-1078). Το νέο κτίσμα ακολούθησε πιθανότατα το σχέδιο της παλαιότερης βασιλικής με εγκάρσιο κλίτος. Από την περιγραφή του de Clavijo μαθαίνουμε ότι επρόκειτο για τρίκλιτη βασιλική με φωταγωγό, χωρίς τρούλο, με λαμπρή διακόσμηση στο εσωτερικό.25 Το 1434, λίγο πριν από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, κάηκε δεύτερη φορά. Μετά το 1434 παρέμεινε άθικτος μόνο ο χώρος του αγιάσματος, ενώ η ευρύτερη περιοχή περιήλθε στη συνέχεια, το 1453, στη δικαιοδοσία των Οθωμανών. Ίχνη του κτίσματος ήταν ορατά στα μέσα του 16ου αιώνα, αλλά αμέσως μετά εξαφανίστηκαν και αυτά.26

Το 1867 το οικόπεδο ανήκε σε Τούρκο. Αγοράστηκε από τη συντεχνία των γουναράδων της Κωνσταντινούπολης, η οποία ανήγειρε μικρό ναό στο σημείο που αναβλύζει το αγίασμα.27 Σταδιακά, με την πάροδο του χρόνου, το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως ανήγειρε νέα κτίσματα, δίνοντας στο χώρο τη σημερινή του μορφή. Ο ναός ιστορήθηκε το 1964, με θέματα από την ιστορία του προσκυνήματος.

4. Η Παναγία Βλαχερνών προστάτιδα της Κωνσταντινούπολης
4.1. Ο Ακάθιστος Ύμνος
Δεν είναι σαφές πότε άρχισε να θεωρείται η Παναγία των Βλαχερνών προστάτιδα της Κωνσταντινούπολης. Φαίνεται πάντως ότι πρόκειται για μια εξέλιξη προγενέστερη της μεγάλης πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης από τους Αβάρους το 626.28 Σύμφωνα με την παράδοση, στην πολιορκία του 626 ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Σέργιος (610-638) λιτάνευσε το Μαφόριο (και/ή την εικόνα της Παναγίας Βλαχερνίτισσας) στην πόλη και στα τείχη της, ενθαρρύνοντας έτσι τους ολιγάριθμους υπερασπιστές της. Λίγο αργότερα, ενώ οι Άβαροι επιχειρούσαν με μονόξυλα να μεταφέρουν περσικές ενισχύσεις από την απέναντι ασιατική όχθη, ξέσπασε τρικυμία που κατέστρεψε το στόλο τους και τους ανάγκασε να εγκαταλείψουν την πολιορκία. Μετά τη λύση της πολιορκίας, σύσσωμος ο λαός της Κωνσταντινούπολης συγκεντρώθηκε στο ναό της Παναγίας των Βλαχερνών, όπου τελέστηκε ευχαριστήριος αγρυπνία. Κατά τη διάρκειά της εψάλη ο Ακάθιστος Ύμνος, που κατά την παράδοση υποτίθεται ότι συνετέθη την ημέρα εκείνη από τον Πατριάρχη Σέργιο,29 σε ένδειξη ευχαριστίας για τη σωτηρία της Πόλης. Το περιστατικό είχε απεικονιστεί στο εσωτερικό του νεότερου κτίσματος.

Η παράδοση αυτή είναι μεταγενέστερη· οι πιο κοντινές στα γεγονότα αφηγήσεις του 7ου αιώνα δεν κάνουν λόγο για περιφορά εικόνας της Παναγίας (υπάρχουν αναφορές σε κάποια αχειροποίητη του Χριστού και σε μία εικόνα της Παναγίας που τοποθετείται στα δυτικά τείχη) ούτε για τρικυμία που έπληξε τους Αβάρους.30 Όσο για το Μαφόριο, στην πραγματικότητα είχε μεταφερθεί ήδη το 623 από την Παναγία των Βλαχερνών, που βρισκόταν εκτός των τειχών, για να μη μείνει εκτεθειμένο στη διάρκεια της πολιορκίας. Ωστόσο, ήδη οι πηγές του 7ου αιώνα αποδίδουν τη λύση της πολιορκίας του 626 σε θαύμα της Θεοτόκου Βλαχερνίτισσας, της οποίας η οπτασία υποτίθεται ότι παρουσιάστηκε στον Άβαρο χαγάνο και τον έτρεψε σε φυγή. Ένα επίγραμμα του Γεωργίου Πισίδη στην Παλατινή Ανθολογία υμνεί την Παναγία Βλαχερνών, που προστάτευσε την πόλη από τους βαρβάρους. Σε θαυματουργή παρέμβαση της Παναγίας αποδόθηκε επίσης η σωτηρία της Κωνσταντινούπολης κατά τις πολιορκίες του 676-678 και του 717-718 από τους Άραβες· ο Ακάθιστος Ύμνος έχει συνδεθεί με τη λύση της δεύτερης. Τέλος, η πολιορκία των Ρώσων το 860 έληξε χάρη σε μια καταστροφική για τον εχθρικό στόλο τρικυμία, που αποδόθηκε στο γεγονός ότι ο Πατριάρχης Φώτιος βούτηξε στη θάλασσα το Μαφόριο της Παναγίας. Γενικά, μεταξύ του 6ου και του 9ου αιώνα η Θεοτόκος αναδεικνύεται σε κατεξοχήν προστάτιδα της Κωνσταντινούπολης· στη δοξασία αυτή κεντρική θέση κατείχε η εκκλησία της Παναγίας των Βλαχερνών.31

4.2. Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Βλαχερνίτισσας
Τον 11ο αιώνα, ο ιστορικός Μιχαήλ Ατταλειάτης, αναφερόμενος στην εικόνα της Παναγίας που είχε μαζί του ο Ρωμανός Δ΄ Διογένης στην εκστρατεία του εναντίον των Σελτζούκων, της έδωσε το όνομα Βλαχερνίτισσα.32 Η πρώτη φορά που συνδέθηκε εικόνα της Παναγίας με πολεμικές επιχειρήσεις ήταν ήδη στις αρχές του 7ου αιώνα, στην εκστρατεία του Ηρακλείου εναντίον του Φωκά (602-610), ωστόσο μέχρι τον 11ο αιώνα οι εικόνες της Παναγίας που αναφέρονται στο πλαίσιο πολεμικών γεγονότων δεν προσδιορίζονται με συγκεκριμένα ονόματα.

Ο εικονογραφικός τύπος της Παναγίας που προσδιορίζεται ως Βλαχερνίτισσα σε νομίσματα και σφραγίδες απεικονίζει τη Θεοτόκο με τα χέρια υψωμένα, σε στάση δέησης· η παραλλαγή με την Παναγία δεομένη με το Βρέφος σε προτομή, μέσα σε μετάλλιο μπροστά στο στήθος της, ονομάζεται επίσης Βλαχερνίτισσα, αλλά και Επίσκεψις. Τέλος, μία εικόνα του 11ου αιώνα από τη μονή Σινά εικονίζει τη Θεοτόκο Βρεφοκρατούσα, στον τύπο της Ελεούσας, αλλά την προσδιορίζει ως Βλαχερνίτισσα.33 Προφανώς εικόνες της Παναγίας στους παραπάνω τύπους βρίσκονταν στην Παναγία των Βλαχερνών, αλλά είναι δύσκολο να διευκρινιστεί ποια θεωρούνταν η θαυματουργή εικόνα που σχετιζόταν με τις τελετές των θριάμβων και την προστασία της πόλης. Μια περιγραφή του Λέοντα Διακόνου για την εικόνα της Παναγίας που χρησιμοποίησε ο Ιωάννης Α΄ Τσιμισκής στο θρίαμβό του το 971, για τη νίκη του εναντίον των Βουλγάρων, φαίνεται να ταιριάζει στον τύπο που ονομάζουμε σήμερα Ελεούσα, ενώ και άλλες πηγές υποδεικνύουν ότι μια τέτοια θαυματουργή εικόνα φυλασσόταν στην εκκλησία των Βλαχερνών.34 Εξάλλου από το 12ο αιώνα μία άλλη εικόνα της Παναγίας, η Οδηγήτρια, εικονογραφικά πολύ κοντινή στον τύπο της Ελεούσας, γίνεται το κατ’ εξοχήν παλλάδιο της Κωνσταντινούπολης. Η εικόνα αυτή, για την οποία υπήρχε και ο θρύλος ότι ήταν έργο του ευαγγελιστή Λουκά, συνδέθηκε με εικονογραφήσεις του Ακάθιστου Ύμνου σε χειρόγραφα του 14ου αιώνα, ενώ κάθε χρόνο μεταφερόταν στο Παλάτι των Βλαχερνών από την Κυριακή των Βαΐων μέχρι την Κυριακή του Πάσχα.35 Η συγγένεια των δύο εικόνων της Παναγίας που συνδέθηκαν με την προστασία της Κωνσταντινούπολης φαίνεται στην Παναγία της πινακοθήκης Tretyakov, μια κωνσταντινουπολίτικη εικόνα στον τύπο της Ελεούσας του 1130, που δόθηκε ως δώρο στον ηγεμόνα του Κιέβου και θεωρήθηκε ότι κατείχε τις ιδιότητες της Βλαχερνίτισσας, ενώ από το 15ο αιώνα και εξής η συγκεκριμένη εικόνα άρχισε να αποδίδεται στον ευαγγελιστή Λουκά, όπως και αυτή της Οδηγήτριας της Κωνσταντινούπολης.36

5. Παναγία Βλαχερνίτισσα – Η «Μεγάλη Παναγία» της πόλης
Συχνά σε μεσαιωνικά και μεταβυζαντινά παναγιάρια, σε τοιχογραφίες της αψίδας του Ιερού Βήματος των 14ου και 15ου αιώνα, συναντάμε την Παναγία Βλαχερνίτισσα με την επιγραφή «Μεγάλη Παναγία». Σε σχέση με την παρατήρηση αυτή αξίζει να σημειωθεί ότι μονές με την ονομασία Μεγάλη Παναγία37 υπήρχαν ήδη το 10ο αιώνα στην Αθήνα και στο Ιρτάκιον, κοντά στην Κύζικο. Η χρήση του επιθέτου, που συνδεόταν με την αυτοκρατορική λατρεία, θα πρέπει όμως να μας οδηγήσει στην Κωνσταντινούπολη, επειδή εκεί πολλά κτίσματα είχαν την προσωνυμία «μεγάλος», ενώ η Παναγία Βλαχερνίτισσα ήταν προστάτιδα της Πόλης.38

Είναι πολύ πιθανό η «Μεγάλη Παναγία» να αποτελούσε την καθημερινή ονομασία της εκκλησίας της Θεοτόκου των Βλαχερνών, επειδή, πέρα από τις σχέσεις των εικονογραφικών τύπων της Μεγάλης Παναγίας και της Βλαχερνίτισσας, θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι πρόκειται για έναν τρόπο να προσδιορίζεται ο ναός των Βλαχερνών σε αντιδιαστολή με μικρότερους ναούς της Θεομήτορος στη βυζαντινή Κωνσταντινούπολη. Εξάλλου, πέρα από το μέγεθος, η Παναγία των Βλαχερνών ήταν, όπως είπαμε, ο πλέον περίφημος ναός της Παναγίας στην Κωνσταντινούπολη, που είχε ήδη πριν από τον 7ο αιώνα συνδεθεί και με θαυματουργική ίαση αρρώστων.39 Επιπλέον, η ύπαρξη άλλων εκκλησιών αφιερωμένων στη Βλαχερνίτισσα εκτός της Πόλης, κυρίως στη Ραβένα και στον ελλαδικό χώρο, πιθανότατα ώθησε τους Βυζαντινούς να ονομάσουν την αυθεντική Παναγία των Βλαχερνών Μεγάλη Παναγία.40

Σύμφωνα με την πορεία της υπόθεσης αυτής, θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι η Ακολουθία της Ύψωσης της Παναγίας τελέστηκε πρώτη φορά στο ναό των Βλαχερνών, αφού οι παραστάσεις της Μεγάλης Παναγίας έχουν σχέση με την αυτοκρατορική ιδεολογία, και δεν είναι απαραίτητο αυτή η ευχαριστιακή ακολουθία να σχετίζεται μόνο με τις τραπεζαρίες των μονών κατά το 10о αιώνα.41 Έτσι είναι πιθανό στην Παναγία Βλαχερνών, τον πλέον σημαντικό ναό της Κωνσταντινούπολης από τους αφιερωμένους στη Θεοτόκο, να εισήχθη η Ακολουθία της Ύψωσης της Παναγίας, καθώς ο κλήρος που υπηρετούσε εκεί είχε το κύρος και την ισχύ, λόγω των στενών σχέσεων με την αυτοκρατορική αυλή, να εισαγάγει νεωτερισμούς στη λειτουργία. 

Τους τελευταίους αιώνες της παρακμής της Αυτοκρατορίας (14ος-15ος αιώνας), σε ναούς της δικαιοδοσίας της Αρχιεπισκοπής Αχρίδος εμφανίζονται τοιχογραφίες με την επιγραφή ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΝΑΓΙΑ, που, πέρα από τη διάδοση του εικονογραφικού τύπου, ίσως μαρτυρούν μια προσπάθεια προβολής της αρχιεπισκοπής ως θεματοφύλακα των λειτουργικών παραδόσεων που απειλούνταν, στην παρηκμασμένη πρωτεύουσα, από μη χριστιανούς επίδοξους κατακτητές.42 Από την άλλη πλευρά, η ονομασία Μεγάλη Παναγία, που συνοδεύει παραλλαγές του εικονογραφικού τύπου της Βλαχερνίτισσας σε εγκόλπια, μετάλλια και γενικώς σε αντικείμενα προσωπικής χρήσης, θα μπορούσε να συνδυαστεί με τη θαυματουργική φήμη της Θεοτόκου Βλαχερνών· επομένως, κατά τη Μεταβυζαντινή περίοδο έχει αποτροπαϊκό και σωτηριολογικό χαρακτήρα, και όχι τόσο ευχαριστιακό.

1. Θεόδωρος Σύγκελλος, Theodore Syncellus, In depositionem pretiosae vestis, Combefis, F. (επιμ.), Novum auctarium II: Historia haeresis monotheliarum santaque in eam sextae Synodi actorum vindiciae (Paris 1648), σελ. 751-786, ιδ. σελ. 754· Mango, C., “The Origins of the Blachernae Shrine at Constantinople”, στο Cambi, N. – Marin, E. (επιμ.), Radovi XIII Međunarodnog Kongresa za starokršćansku arheologiju (Split, Poreč 25.9 -1.10. 1994) (Acta XIII Congressus Internationalis Archaeologiae Christianae II, Split – Vatican City 1998), σελ. 61· Mango, C., «Η Κωνσταντινούπολη ως Θεοτοκούπολη», στο Μήτηρ Θεού. Απεικονίσεις της Παναγίας στη βυζαντινή Τέχνη (Αθήνα 2000), σελ. 17-25.

2. Mango, C., “The Origins of the Blachernae Shrine at Constantinople”, στο Cambi, N. – Marin, E., (επιμ.), Radovi XIII Međunarodnog Kongresa za starokršćansku arheologiju (Split, Poreč 25.9 -1.10. 1994) (Acta XIII Congressus Internationalis Archaeologiae Christianae II, Split –Vatican City 1998), σελ. 61.

3. Mercati, G., “Due nove memorie di S. Maria delle Blacherne”, στο Atti della Pontificia Accademia Romana di Archeologia. Memorie 3:1 (Roma 1923/1924), σελ. 26 κ.ε.· Mango, C., “The Origins of the Blachernae Shrine at Constantinople”, στο Cambi, N. – Marin, E. (επιμ.), Radovi XIII Međunarodnog Kongresa za starokršćansku arheologiju (Split, Poreč 25.9 -1.10. 1994) (Acta XIII Congressus Internationalis Archaeologiae Christianae II, Split – Vatican City 1998), σελ. 63, εικ. 1.

4. Ebersolt, J., Sanctuaires de Byzance (Paris 1921), σελ. 44 κ.ε.· Janin, R., Le géographie ecclésiastique de l’empire Byzantine I: Le siège de Constantinople et le Patriarchat Oecuménique 3: Les églises et les monastères2 (Paris 1969), σελ. 161-168.

5. Mango, C., “The Origins of the Blachernae Shrine at Constantinople”, στο Cambi, N. – Marin, E. (επιμ.), Radovi XIII Međunarodnog Kongresa za starokršćansku arheologiju (Split, Poreč 25.9 -1.10. 1994) (Acta XIII Congressus Internationalis Archaeologiae Christianae II, Split –Vatican City 1998), σελ. 62.

6. Προκόπιος, Περί κτισμάτων, Haury, J. (επιμ..), Procopii Cesariensis Opera Omnia IV: De aedificiis (Leipzig 1964), I.3.3-5· Θεοφάνης, Χρονογραφία, de Boor, C. (επιμ.), Theophanis Chronographia (Leipzig 1883), σελ. 244.

7. Mango, C., “The Origins of the Blachernae Shrine at Constantinople”, στο Cambi, N. – Marin, E., (επιμ.), Radovi XIII Međunarodnog Kongresa za starokršćansku arheologiju (Split, Poreč 25.9 -1.10. 1994) (Acta XIII Congressus Internationalis Archaeologiae Christianae II, Split –Vatican City 1998), σελ. 63, εικ. 1.

8. «... περιφερής ή σφαιροειδής νεώς», βλ. Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος, Εκκλησιαστική Ιστορία, Migne, J.P. (επιμ.), Patrologiae cursus completus Series Greca 147, στήλ. 45D, 69C.

9. Janin, R. Le géographie ecclésiastique de l’ empire Byzantine I: Le siège de Constantinople et le Patriarchat Oecuménique 3: Les églises et les monastères2 (Paris 1969), σελ. 168· Mango, C., “The Origins of the Blachernae Shrine at Constantinople”, στο Cambi, N. – Marin, E. (επιμ.), Radovi XIII Međunarodnog Kongresa za starokršćansku arheologiju (Split, Poreč 25.9 -1.10. 1994)(Acta XIII Congressus Internationalis Archaeologiae Christianae II, Split – Vatican City 1998), σελ. 63.

10. Grumel, V., “Sur l’Episkepsis des Blachernes”, Échos d’Orient 29 (1930), σελ. 334-336.

11. Βίος αγίου Ανδρέα του διά Χριστόν σαλού, Migne, J.P. (επιμ.), Patrologiae cursus completus Series Greca 111, στήλ. 848C.

12. Mango, C., “The Origins of the Blachernae Shrine at Constantinople”, στο Cambi, N. – Marin, E., (επιμ.), Radovi XIII Međunarodnog Kongresa za starokršćansku arheologiju (Split, Poreč 25.9 -1.10. 1994) (Acta XIII Congressus Internationalis Archaeologiae Christianae II, Split – Vatican City 1998), σελ. 63. Βλ. και Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, Περί Βασιλείου Τάξεως Ι 27, Vogt, A. (επιμ.), Constantin VII Porphyrogénète, Le livre des Cérémonies 1 (Paris 1935), σελ. 141.

13. Για τις σχετικές πηγές, βλ. Janin, R. Le géographie ecclésiastique de l’ empire Byzantine I: Le siège de Constantinople et le Patriarchat Oecuménique 3: Les églises et les monastères2 (Paris 1969), σελ. 161, σημ. 11. Βλ. επίσης Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος, Εκκλησιαστική Ιστορία XV.14, Migne, J.P. (επιμ.), Patrologiae cursus completus Series Greca 147, στήλ. 41D-44A.

14. Beckby, H., (επιμ.) Anthologia Greca2 I (Munich 1965), επιγρ. 2 και 3· Mango, C., “The Origins of the Blachernae Shrine at Constantinople”, στο Cambi, N. – Marin, E., (επιμ.), Radovi XIII Međunarodnog Kongresa za starokršćansku arheologiju (Split, Poreč 25.9 -1.10. 1994) (Acta XIII Congressus Internationalis Archaeologiae Christianae II, Split –Vatican City 1998), σελ. 64.

15. Mango, C., “The Origins of the Blachernae Shrine at Constantinople”, στο Cambi, N. – Marin, E. (επιμ.), Radovi XIII Međunarodnog Kongresa za starokršćansku arheologiju (Split, Poreč 25.9 -1.10. 1994) (Acta XIII Congressus Internationalis Archaeologiae Christianae II, Split – Vatican City 1998), σελ. 64.

16. Βίος Δανιήλ Στυλίτου, Delehaye, H. (επιμ.), “Vita Danielis stylitae”, Analecta Bollandiana 32 (1913), σελ. 187. Mango, C., “The Origins of the Blachernae Shrine at Constantinople”, στο Cambi, N. – Marin, E. (επιμ.), Radovi XIII Međunarodnog Kongresa za starokršćansku arheologiju (Split, Poreč 25.9 -1.10. 1994) (Acta XIII Congressus Internationalis Archaeologiae Christianae II, Split – Vatican City 1998), σελ. 64-65.

17. Θεοφάνης, Χρονογραφία, De Boor, C. (επιμ.), Theophanis Chronographia (Lipsiae 1883), σελ. 102, 105.

18. Mango, C., «Η Κωνσταντινούπολη ως Θεοτοκούπολη», στο Μήτηρ Θεού. Απεικονίσεις της Παναγίας στη βυζαντινή Τέχνη (Αθήνα 2000), σελ. 19. Για μια αναλυτική κριτική παρουσίαση των παραδόσεων σχετικά με το ρόλο της Πουλχερίας στην ίδρυση της Παναγίας Βλαχερνών και τη μεταφορά του Μαφορίου στην Κωνσταντινούπολη, βλ. Mango, C., “The Origins of the Blachernae Shrine at Constantinople”, στο Cambi, N. – Marin, E. (επιμ.), Radovi XIII Međunarodnog Kongresa za starokršćansku arheologiju (Split, Poreč 25.9 -1.10. 1994) (Acta XIII Congressus Internationalis Archaeologiae Christianae II, Split – Vatican City 1998), σελ. 65-73.

19. Η τελευταία αναφορά για το ιερό αυτό κειμήλιο είναι ενός ανώνυμου Ρώσου προσκυνητή στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ των ετών 1424 και 1453. Αγνοούμε την τύχη της Τιμίας Ζώνης μετά το 1453. Έτσι το μοναδικό σωζόμενο τμήμα είναι αυτό που φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου, όπου έφτασε με εξαιρετικά περιπετειώδη τρόπο.

20. Mango, C., “The Origins of the Blachernae Shrine at Constantinople”, στο Cambi, N. – Marin, E. (επιμ.), Radovi XIII Međunarodnog Kongresa za starokršćansku arheologiju (Split, Poreč 25.9 -1.10. 1994) (Acta XIII Congressus Internationalis Archaeologiae Christianae II, Split – Vatican City 1998), σελ. 70-71. Ειδικότερα για το ψηφιδωτό του τεταρτοσφαιρίου, πρβλ. Grabar, A., L’iconoclasme byzantin. Dossier archéologique2 (Paris 1984), σελ. 29, 54· Mango, C., The art of the Byzantine Empire 312-1453. Sources and documents2 (London 1986), σελ. 34-35.

21. Mango, C., “The Origins of the Blachernae Shrine at Constantinople”, στο Cambi, N. – Marin, E. (επιμ.), Radovi XIII Međunarodnog Kongresa za starokršćansku arheologiju (Split, Poreč 25.9 -1.10. 1994) (Acta XIII Congressus Internationalis Archaeologiae Christianae II, Split – Vatican City 1998), σελ. 73-74.

22. Konidaris, J. (επιμ.), “Die Novellen des Kaisers Herakleios”, Fontes Minores 5 (1982), σελ. 68, 70.

23. Θεόδωρος Σύγκελλος, Theodore Syncellus, In depositionem pretiosae vestis, Combefis, F. (επιμ.), Novum auctarium II: Historia haeresis monotheliarum santaque in eam sextae Synodi actorum vindiciae (Paris 1648), σελ. 774· Angelidi, C. – Papamastorakis T., “Picturing the spiritual protector: from Blachernitissa to Hodegetria”, στο Vassilaki, M. (επιμ.), Images of the Mother of God. Perceptions of the Theotokos in Byzantium (Ashgate 2005), σελ. 209.

24. Μιχαήλ Ατταλειάτης, Ιστορία, Bekker, I. (επιμ.), (CSHB, Bonn 1853), σελ. 138.

25. Janin, R., Le géographie ecclésiastique de l’ empire Byzantine I: Le siège de Constantinople et le Patriarchat Oecuménique 3: Les églises et les monastères2 (Paris 1969), σελ. 168, με παραπομπή στο de Clavijo, R.G., Historia del Gran Tamorlan (Madrid 1782), σελ. 63.

26. Gyllius, P., De topographia Constantinopoleos IV.5 (Lyon 1561), σελ. 204.

27. Πασπάτης, Α.Γ., Βυζαντιναί μελέται (Κωνσταντινούπολις 1877), σελ. 185.

28. Mango, C., «Η Κωνσταντινούπολη ως Θεοτοκούπολη», στο Μήτηρ Θεού. Απεικονίσεις της Παναγίας στη βυζαντινή Τέχνη (Αθήνα 2000), σελ. 20-22.

29. Η παράδοση που συνέδεε τον Ακάθιστο Ύμνο με την πολιορκία του 626 ανάγεται ήδη στο 10ο αιώνα, βλ. Angelidi, C. – Papamastorakis T., “Picturing the spiritual protector: from Blachernitissa to Hodegetria”, στο Vassilaki, M. (επιμ.), Images of the Mother of God. Perceptions of the Theotokos in Byzantium (Ashgate 2005), σελ. 212, σημ. 23.

30. Οι πηγές του 7ου αιώνα είναι ένα ποίημα του Γεωργίου Πισιδίας, Perusi, A. (επιμ.), Giorgio di Pisidia Poemi (Studia Patristica et Byzantina 7, Freising 1960), σελ. 176-224. Επίσης μια ομιλία που αποδίδεται στο Θεόδωρο Σύγκελλο, βλ. Makk, F., Traduction et commentaire de l’homélie écrite probablement par Théodore le Syncelle sur le siege de Constantinople en 626(Opuscula Byzantina III, Szeged 1975)· και ένα απόσπασμα στο Πασχάλιο Χρονικό, Dindorf, L. (επιμ.), (CSHB, Bonn 1832), σελ. 716-717. Βλ. Pentcheva, B.V., “The supernatural protector of Constantinople: the Virgin and her icons in the tradition of the Avar siege”, Byzantine and Modern Greek Studies 26 (2002), σελ. 5-12, για τις πηγές του 7ου αιώνα, και 22-27, για τις μεσοβυζαντινές πηγές που αφορούν το γεγονός και τη μεταγενέστερη παράδοση.

31. Mango, C., «Η Κωνσταντινούπολη ως Θεοτοκούπολη», στο Μήτηρ Θεού. Απεικονίσεις της Παναγίας στη βυζαντινή Τέχνη (Αθήνα 2000), σελ. 22-3· Angelidi, C. – Papamastorakis T., “Picturing the spiritual protector: from Blachernitissa to Hodegetria”, στο Vassilaki, M. (επιμ.), Images of the Mother of God. Perceptions of the Theotokos in Byzantium(Ashgate 2005), σελ. 212.

32. Μιχαήλ Ατταλειάτης, Ιστορία, Bekker, I. (επιμ.), (CSHB, Bonn 1853), σελ. 153.

33. Kazhdan, A. (επιμ.), The Oxford Dictionary of Byzantium 3 (Oxford – New York 1991), σελ. 2170-2171, βλ. λ. “Vigin Blachernitissa” (N. Patterson-Ševčenko).

34. Angelidi, C. – Papamastorakis T., “Picturing the spiritual protector: from Blachernitissa to Hodegetria”, στο Vassilaki, M. (επιμ.), Images of the Mother of God. Perceptions of the Theotokos in Byzantium (Ashgate 2005), σελ. 212-213.

35. Kazhdan, A. (επιμ.), The Oxford Dictionary of Byzantium 3 (Oxford – New York 1991), σελ. 2172-2173, βλ. λ. “Vigin Hodegetria” (N. Patterson-Ševčenko).

36. Για τη διαδοχή της Βλαχερνίτισσας από την Οδηγήτρια στο ρόλο του παλλαδίου της πρωτεύουσας, βλ. Angelidi, C. – Papamastorakis, T., “Picturing the spiritual protector: from Blachernitissa to Hodegetria”, στο Vassilaki, M. (επιμ..), Images of the Mother of God. Perceptions of the Theotokos in Byzantium (Ashgate 2005), σελ. 212-217.

37. Για το θέμα βλ. Мутафов, Е. «ΜΗΤΗΡ ΘΕΟΥ Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΝΑΓΙΑ – поява, разпространение, варианти и хипотези. ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ», Mediaevalia Christiana 2:C (2008).

38. Σε νομίσματα της εποχής του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου (1259/1261-1282) και του Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου (1282-1328), καθώς και σε εικονογραφημένα χειρόγραφα του 14ου αιώνα, στον κάμπο πίσω από την Παναγία απεικονίζονται τα τείχη και οι πύργοι της Κωνσταντινούπολης. Βλ. Грозданов, Ц., Студии за Охридския живопис (Скопjе 1990), σελ. 128-129, εικ. 50, και σελ. 51 με την προγενέστερη βιβλιογραφία.

39. Για τα θαύματα γράφουν ο Θεόδωρος Σύγκελλος, Theodore Syncellus, In depositionem pretiosae vestis, στο Combefis, F. (επιμ.), Novum auctarium II: Historia haeresis monotheliarum santaque in eam sextae Synodi actorum vindiciae (Paris 1648), σελ. 751-786, αλλά και ο Γεώργιος Πισίδης στην Παλατινή Ανθολογία, Beckby, H., (επιμ.), Anthologia Greca2 1 (Munich 1965), 121, στ. 6-9: «ἐνταῦθα κρουνοὶ σαρκικῶν καθαρσίων καὶ ψυχικῶν λύτρωσις ἀγνοημάτων· ὅσαι γάρ εἰσι τῶν παθῶν περιστάσεις, βλύζει τοσαύτας δωρεὰς τῶν θαυμάτων».

40. Στη μεσαιωνική Θεσσαλονίκη παρατηρούμε μια αντίθεση: Η εκκλησία της Θεοτόκου Αχειροποιήτου του 5ου αιώνα ονομάζεται από τον επίσκοπο Θεσσαλονίκης Ευστάθιο στην Ιστορία άλωσης της Θεσσαλονίκης από τους Νορμανδούς, σύγγραμμα του έτους 1185, «μέγας ναός», υποτιμώντας κατά κάποιον τρόπο τους άλλους αξιόλογους ναούς της Αγίας Σοφίας και του Αγίου Δημητρίου. Επίσης το 15ο αιώνα ο άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης ονομάζει την Αχειροποίητο «μέγα ναό της Θεοτόκου», σε αντίθεση ενδεχομένως με τη Νέα Παναγία, που χτίστηκε πάνω στα θεμέλια μονής της Θεοτόκου του 12ου αιώνα.

41. Геров, Г. – Пенкова, Б. – Божинов, Р., Стенописите на Роженския манастир (София 1993), σελ. 137, με την παλαιότερη βιβλιογραφία για το θέμα της εν λόγω ακολουθίας και την τέλεσή της στις μονές των Βαλκανίων.

42. Το 14ο αιώνα, το Βυζάντιο πέρασε κρίση, κατά τη διάρκεια της οποίας οι γείτονες της Αυτοκρατορίας επιδίωξαν να αποκτήσουν μερικά αξιόλογα κειμήλια και σύμβολα. Ακόμα και οι Βούλγαροι χρονογράφοι της αυλής του τσάρου Ιωάννη Αλέξανδρου (1331-1371) αποπειράθηκαν να ονομάσουν το Τίρνοβο «Νέα Βασιλεύουσα» και «Τρίτη Ρώμη». Вλ. σχετικά Тъпкова-Заимова, В., Търново между Ерусалим, Рим и Цариград, Търновска книжовна школа, 4, Културно развитие на българската държава ХІІ ь-ХІVь (София 1985), σελ. 249-261. Με το Νομοκάνονα του Στεφάνου Ντούσαν του 1334 η Αρχιεπισκοπή Αχρίδος έγινε αυτόνομη και ο τότε αρχιεπίσκοπος Νικόλαος το 1347 αυτοκαλείται «αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας». Λόγω της θρησκευτικής σημασίας η Αχρίδα ονομάστηκε «Σιών των Βουλγάρων» ή «Ιερουσαλήμ της Βουλγαρίας»

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Παραμυθίας ἐν Ρωσίᾳ(25 Ιανουαρίου)


web statistics


Προσθήκη λεζάντας

Ἡ ἱερὰ εἰκόνα τῆς Θεομήτορος τῆς Παραμυθίας μεταφέρθηκε στὴ Μόσχα τὸ ἔτος 1640 ἀπὸ τοὺς Κοζάκους. Ὑπάρχει γραπτὴ μαρτυρία, ὅτι σὲ πυρκαγιὰ ποὺ ξέσπασε στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ζαμοσκβόρετς, στὸν ὁποῖο αὐτὴ φυλασσόταν, ἡ εἰκόνα δὲν ἔπαθε τίποτα. Ἡ Παναγία ἀποκαλύφθηκε σὲ ὅραμα μιᾶς ἄρρωστης γυναίκας κατὰ τὸ ἔτος 1760 καὶ ὅταν ἐκείνη πῆγε νὰ προσκυνήσει, θεραπεύθηκε. Ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα φυλάσσεται σήμερα στὴ Μόσχα.

Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2015

Ἡ Θεοτόκος ἡ Στυλαρινή – Γιάτρισσα. Θαυματουργός εἰκόνα τοῦ 14ου αἰώνα τῆς μονῆς Κουτλουμουσίου


web statistics




      Η ιερή εικόνα της Παναγίας Στυλαρινής είναι ανυπόγραφο έργο του 14ου αι.. Αριστεροκρατούσα, ολόσωμη και ένθρονη η Θεοτόκος ακουμπά τα δεξιά ακροδάκτυλά Της στό γόνατο του νήπιου Κυρίου σε ένδειξη ικεσίας.
Πρόκειται για την εφέστια εικόνα κουτλουμουσιανού μετοχίου, που δεν υφίσταται πλέον, κοντά στην κώμη Στυλάρι, από όπου η επωνυμία του εικονίσματος, του νησιδίου Μαρμαράς στην Προποντίδα. Οι κάτοικοι της νήσου και όλα τα κοντινά μέρη τιμούσαν ιδιαιτέρως τη Στυλαρινή, επειδή οι προσευχές μπροστά Της και τα τάματα στη χάρη Της παρείχαν τη γιατρειά ποικίλων ασθενειών που, ελλείψει γιατρών, αφθονούσαν τον καιρό εκείνο, ώστε η Παναγία προσαπόκτησε την επωνυμία Γιάτρισσα. Η πανήγυρη του μετοχιού γινόταν το Δεκαπενταύγουστο και βαστούσε ως την Απόδοση της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Επειδή το διάστημα 1916-1920 τουρκικές διώξεις, με ενδιάμεσες μικροπεριόδους ειρήνης, ξέσπασαν κατά των χριστιανών της περιοχής, σήκωσαν την Παναγία από το μετόχι για περισσότερη ασφάλεια. Τη φιλοξενούσε στο σπίτι της η παρθένος Καλλιόπη Κατραμάδου με κάθε προφύλαξη.
Για ν’ αποφευχθή το ενδεχόμενο να πέσει σε τούρκικα χέρια και να βεβηλωθει, εντοιχίσθηκε στο σπίτι της κόρης και καλύφθηκε με τοιχοποιία η πρόσοψή Της. Η περισσή ευλάβεια της Καλλιόπης τοποθέτησε κανδήλα ακοίμητη έξω από την έγκλειστη Παναγία στον τοίχο, που όποτε συνέβαινε να σβήνη, ακούγονταν αόρατα χτυπήματα ως ειδοποίηση για ανανέωση της φλόγας.
Το 1923, ύστερα απ’ τον ξεριζωμό, η Καλλιόπη μεταφέρει την εικόνα στη Χαλκίδα και την παραδίδει στον κουτλουμουσιανό μετοχιάρη του Στυλαρίου μοναχό Αγαθάγγελο, ο οποίος την παραδίδει στη Μονή της μετανοίας του στον Άθωνα. Πολλά χρόνια μετά η φύλακας και συνοδός στην Ελλάδα της Στυλαρινής-Γιάτρισσας γίνεται μοναχή στην Εύβοια με το όνομα Θεοδοσία. Η Μονή Κουτλουμουσίου έχει εγκαθιδρύσει την εικόνα στο Καθολικό και την τιμά εορταστικά στις 15 Αυγούστου και το Σάββατο του Ακάθιστου.

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

Τετάρτη, 7 Ιανουαρίου 2015

H Θεοτόκος -- Ως προεγνωσμένον και κρύφιον Μυστήριον της Αγίας Τριάδος και ως Μήτηρ της Νοεράς Ησυχίας εις τα Άγια των Αγίων


web statistics


Ιλιγγιά ο ανθρώπινος νους προ του ασυλλήπτου Θεολογικού Μυστηρίου της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας και ο ανθρώπινος λόγος μένει άφωνος και σιωπών, γιατί αδυνατεί να εκφράση το ασύλληπτο, απερινόητο, άρρητο και ανέκφραστο αυτό μυστήριο της ευσεβείας!...                                                                                                                                                        

Γιατί όντως και «ομολογουμένως μέγα εστί το της ευσεβείας μυστήριον· Θεός εφανερώθη εν σαρκί(1)» δια της Θεοτόκου. Γιατί η Παρθένος εγέννησε «εν σαρκί», τον ενυπόστατο Λόγο του Πατρός, την ενυπόστατη Αλήθεια και Ζωή(1α) και έγινε η ουράνιος παστάς του Λόγου, που μέσα Της ετελεσιουργήθη το μέγα Μυστήριο της υποστατικής ενώσεως θείας και ανθρωπίνης φύσεως. Γι΄ αυτό ο ιερός Ιωάννης ο Δαμασκηνός θεολογεί: «Δικαίως και αληθώς Θεοτόκον την Αγίαν Μαρίαν ονομάζομεν· τούτο γαρ όνομα, άπαν το μυστήριον της οικονομίας συνίστησιν»(2). Αυτό σημαίνει ότι το Μυστήριο της Θεοτόκου, ως συνιστών και εκφράζον «άπαν το μυστήριον της θείας οικονομίας», είναι «κρύφιον». Γιατί, κατά την έκφρασιν, του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, ο Ιησούς «κρύφιος εστί και μετά την έκφανσιν και εν τη εκφάνσει και εν ουδενί λόγω ή νω το κατ΄ αυτόν εξήκται μυστήριον. Ώστε και νοούμενον άγνωστον μένει και λεγόμενον άρρητον μένει»(3). Το μυστήριο, δηλαδή, της Θεοτόκου, είναι και θα παραμείνη κρύφιο και κεκρυμμένο, γιατί και ο Ιησούς και κατά την σάρκωση και μετά την σάρκωση, παραμένει κρύφιος και κεκρυμμένος και το ανερμήνευτο μυστήριό Του, δεν μπορεί να εξηγηθή, από κανένα νου και από κανένα ανθρώπινο λόγο. Γι΄ αυτό και όταν προσπαθούμε να το εννοήσουμε, παραμένει απερινόητο και άγνωστο και όταν προσπαθούμε να το εκφράσουμε, παραμένει ανέκφραστο!...                                      
Επομένως και το Μυστήριο της Θεοτόκου, ως υπουργήσαν το μέγα και απόκρυφο Μυστήριο της σαρκώσεως του Θείου Λόγου, παραμένει «κρύφιον και κεκρυμμένον» μυστήριον του Αγίου Πνεύματος και ανάγεται, κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, στην «αρχαίαν και αληθινήν βουλήν του Θεού της του Λόγου σαρκώσεως και της ημών Θεώσεως»(4). Γιατί στα ανεξιχνίαστα πελάγη της φιλανθρωπίας της, η της Ζωαρχικής Τριάδος ενότης «προς εαυτήν εκκλησιάσασα τω ενιαίω της γνώμης βουλήματι»(5), κατά την έκφρασιν του Μεγάλου Φωτίου, είχε αποφασίσει προαιωνίως, την σάρκωση του Θείου Λόγου και την θέωση του ανθρώπου(6). Η προαιώνιος αυτή απόφασις και «προωρισμένη βουλή» της Αγίας Τριάδος, για την σάρκωση του Θείου Λόγου, συνυφαίνεται με την προαιωνία πρόγνωση της Τρισυποστάτου Θεότητος, για την αξία της ελευθέρας προαιρέσεως και της προσωπικής αγιότητος της Πανάγνου Παρθένου, να υπηρετήση της ευσεβείας τούτο το μέγα Μυστήριο, θεολογεί ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγων: «Σε προγνούς ο των όλων Θεός αξίαν, ηγάπησε και αγαπήσας προώρισε και επ΄ εσχάτων των χρόνων, εις το είναι παρήγαγε και Θεοτόκον Μητέρα και τιθηνόν του οικείου Υιού και Λόγου ανέδειξε»(7). Ο απειροτέλειος, δηλαδή, Τριαδικός Θεός, προγνωρίσας την αξίαν της αγιότητος της Παρθένου, την ηγάπησε και αγαπήσας Την προώρισε και κατά τους εσχάτους χρόνους Την έφερε στην ύπαρξη και Την ανέδειξε Θεοτόκον και Μητέρα και τροφόν του οικείου Του Υιού και Λόγου. Και η πρόγνωσις αυτή, κατά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή «υπήρχε πάντοτε στην προαιώνια βουλή της Αγίας Τριάδος» ως «προεπινοούμενος τέλειος σκοπός της Δημιουργίας»(8). Γι΄ αυτό ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, θεολογών για το προεγνωσμένο μυστήριο της Θεοτόκου, λέγει ότι «η Παναγία και Ζωαρχική Τριάς έχαιρε και υπερέχαιρε προ του αιώνος, προγινώσκουσα, κατά την θεαρχικήν της ιδέαν την αειπάρθενον Μαριάμ»(9).  «Έχαιρε και υπερέχαιρε» η Παναγία Τριάς, γιατί μέσα στην προαιώνια πρόγνωσή Της, έβλεπε την Αειπάρθενο Μαριάμ, ως νέαν Πάναγνη Εύα, που θα ανεδεικνύετο η αγιασμένη συνεργός του Νέου Αδάμ της χάριτος, στην υποστατική ένωση κτιστού και ακτίστου, του πεπερασμένου κτίσματος με τον άπειρο Κτίστη και του πεπτωκότος ανθρώπου με τον «εν υψίστοις Θεόν». Γι΄ αυτό θεολογών ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, για την προαιώνια πρόγνωση και εκλογή της Θεοτόκου, λέγει ότι την Θεοτόκον «προ αιώνων ο Θεός προορίζει και των απ΄ αιώνων εξειλεγμένων εκλέγεται, ίνα ικανή προς τούτο ευρεθή»(10), για να συνεργήση στην πραγμάτωση «του απ΄ αιώνος αποκρύφου και αγνώστου μυστηρίου» της σαρκώσεως του Θείου Λόγου. Αυτό σημαίνει ότι η Θεοτόκος απετέλεσε «το μεθόριον της κτιστής και ακτίστου φύσεως»(11), λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και ως τίμιο και αγιασμένο βλάστημα των Αγίων Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης, προσεφέρθη σαν το τελειότερο δώρο της ανθρωπότητος στους γάμους του τεχθέντος Βασιλέως με την Νύμφη Του Εκκλησία. Γι΄ αυτό και ο Ιερός της Εκκλησίας μας υμνογράφος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γερμανός, στο τέταρτο Ιδιόμελο του Μεγάλου Εσπερινού των Χριστουγέννων ψάλλει: «Τι σοι προσενέγκωμεν Χριστέ· ότι ώφθης επί γης ως άνθρωπος δι΄ ημάς; Έκαστον γαρ των υπό Σου γενομένων κτισμάτων την ευχαριστίαν  Σοι προσάγει· οι Άγγελοι τον ύμνον, οι ουρανοί τον Αστέρα, οι Μάγοι τα δώρα, οι Ποιμένες το θαύμα, η γη το σπήλαιον, η έρημος την φάτνην, ημείς δε Μητέρα Παρθένον». Η ανθρωπότης προσέφερε προς τον τεχθέντα βασιλέα της κτίσεως το πιο τέλειο και πιο άγιο ευχαριστιακό της δώρο, την Αειπάρθενον Μαριάμ, ως Παναγίαν Μητέρα Του. Γιατί η Παναγία Μητέρα του Κυρίου ήταν ο προεγνωσμένος και ο προετοιμασμένος καρπός της και «απ΄ αυτών, ακόμη, των του Αδάμ παίδων!»(12). Περιγράφων το γενεαλογικό δένδρον του Χριστού από την Παρθένο Μαρία, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, λέγει: «Των μεν του Αδάμ παίδων εκλέγεται παρά Θεού ο Σηθ, διο και εις αυτόν ο Λουκάς γενεαλογών αναφέρει το γένος άπαν, εξ ου το κατά σάρκα Χριστός»(13), «Διο και υιοί Θεού το γένος άπαν εκαλούντο του Σηθ(14), δια το μέλλειν εκ της γενεάς ταύτης υιόν ανθρώπου γενήσεσθαι τον Υιόν του Θεού· επεί και ο Σηθ, ανάστασις, μάλλον δε εξανάστασις ερμηνεύεται, ήτις εστί κυρίως ο Κύριος ζωήν αθάνατον τοις εις αυτόν πιστεύουσιν επαγγελλόμενος τε και χαριζόμενος»(15). Αυτό σημαίνει, λέγει ο θείος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ότι το σπέρμα του Σηθ καθαρίζεται υπό του Αγίου Πνεύματος «πολυειδώς άνωθεν των κατά γενεάς αριστίνδην εκλεγομένων»(16). Έτσι το Πνεύμα το άγιον, καθαρίζων από γενεάς εις γενεάν, το σπέρμα των Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης, «προωκονόμει δε και την εις το είναι πρόοδον άνωθεν εκλεγόμενον και ανακαθαίρον την του γένους σειράν, και τους μεν αξίους ή αξιολόγων εσομένους πατέρας προσιέμενον, τους δε αναξίους τελείως αποβαλόμενον»(17). Επομένως, θα ήταν αδύνατη η σωτηρία του κόσμου και η θέωσις του ανθρώπου, εάν τις προηγηθείσες γενεές των Προπατόρων της Θεοτόκου, δεν τις αποκάθηρε διαδοχικά το Πνεύμα το Άγιον, για να γεννηθή εκ των Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης, το τίμιο βλάστημα σωφροσύνης, αγιότητος και προσευχής, η Πάναγνος Παρθένος Μαρία, που εγέννησε τον Χριστό, τον Σωτήρα του κόσμου. Γιατί η Πάναγνος Μητέρα του σαρκωθέντος Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός ανεδείχθη, λέγει ο θείος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «μη μόνον μολυσμού σαρκός υπερτέρα, αλλά και μεμολυσμένη λογισμών ανωτέρα»(18). Έτσι κατέστη η μόνη, κατά προαίρεσιν αναμάρτητος από όλους τους ανθρώπους, μολονότι ως θυγάτηρ του Αδάμ και κληρονόμος του προπατορικού αμαρτήματος, είχε την δυνατότητα της κατά «προαίρεσιν αμαρτίας», Εκείνη, ως αγαπώσα τον αληθινό Θεό, «εξ όλης της καρδίας, και εξ όλης της ψυχής, και εξ όλης της διανοίας, και εξ όλης της ισχύος Της»(19), έμεινε από βρέφος, άτρωτος από τα «πεπυρωμένα βέλη του πονηρού» και ακίνητος προς την κατά προαίρεσιν αμαρτίαν. Έτσι η Θεοτόκος, «ενώνοντας αυτεξούσια το πλήρωμα της ψυχικής ενεργείας με την Θεία Ενέργεια, καθήλωσε ανενεργό την μεταπτωτική ροπή προς το παρά φύσιν και κινητοποίησε αυτοπροαίρετα όλες τις ψυχοσωματικές δυνάμεις προς τους λόγους και τρόπους των θείων αρετών», λέγει νεώτερος Αγιορείτης Θεολόγος(19α). Γι΄ αυτό θεολογεί ο Θείος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ότι η Θεοτόκος ανεδείχθη η «αληθής εστία  και διατριβή Θεού και ιλαστήριον εκείνου (του Μωϋσέως) κρείττον ασυγκρίτως, και θεοπρεπές ταμείον της κορυφαίας ακρότητος των μυστηρίων του Πνεύματος»(20). Γιατί απεκάλυψε στον κόσμο την τελειωτική ενέργεια τουΑγίου Πνεύματος και το «αρχαίον κάλλος της ανθρωπίνης φύσεως στην προπτωτική του κατάσταση… η Νέα Εύα είναι ο τελειότερος άνθρωπος, η ένσαρκη εικόνα του Αγίου Πνεύματος. Γι΄ αυτό και δέχεται την μεγίστη Δωρεά Του, να γεννήση εν σαρκί τον ίδιο τον Θεό»(20α). Αυτό σημαίνει ότι ο θείος φωτισμός της Θεοτόκου, άρχισε από την παιδική της ηλικία και διήρκεσε καθ΄ όλη την επίγεια ζωή Της, η δε απέκδυσις εκ της αμαυρώσεως από το Προπατορικό Αμάρτημα, έγινε κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, όταν το «Πνεύμα το Άγιον επήλθεν επ΄Αυτήν, κατά τον του Κυρίου Λόγον, ον είπεν Άγγελος, καθαίρον ταύτην και δύναμιν δεικτικήν της του Λόγου Θεότητος παρέχον, άμα δε και γεννητικήν»(21). Γι΄ αυτό ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, παρομοιάζει την Θεοτόκον ως λαμπρόν πνευματικόν ουρανόν, από τον οποίον ανέτειλε ο άδυτος ήλιος της δικαιοσύνης, που την εχαρίτωσε περισσότερο από όλους τους υπό κάτω και υπέρ άνω του φυσικού ουρανού, χαριτωμένους! Γι΄ αυτό και πλήρης θαυμασμού για τον πλούτο των χαρισμάτων Της αναφωνεί: «Τις σου το θεαυγές κάλλος υπογράψοι Θεομήτορ Παρθένε, λόγος; Ου γαρ εστι τα σα λογισμοίς και λόγοις ορίζειν· πάντα γαρ υπερβαίνει και νουν και λόγον. Υμνείν δ΄ όμως, έξεστι σου φιλάνθρωπος προσιεμένης. Συ γαρ χαρίτων απασών χωρίον και πλήρωμα καλοκαγαθίας παντοίας και πίναξ έμψυχος αρετής τε και χρηστότητος πάσης, ως μόνη πάντων ηξιωμένη συλλήβδην των του Πνεύματος χαρισμάτων»(22).
Β) Η Θεοτόκος ως μητέρα της Νοεράς Ησυχίας εις τα Άγια των Αγίων.
Έτσι η Θεοτόκος, το μυρίπνοο δοχείο της χάριτος και το πλήρωμα «των του Πνεύματος χαρισμάτων, ο πίναξ ο έμψυχος πάσης αρετής τε και χρηστότητος», εισήλθε, λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «εις τα προσκαίρως των αγίων άγια, η ακατάληκτος αγία των Αγίων. Εισήλθε η αχειροποίητη σκηνή του Λόγου, η λογική και έμψυχος κιβωτός του αληθινά καταπεμθέντος άρτου της ζωής, του οποίου ήταν η αχειροποίητος εκείνη κιβωτός, που ευρίσκετο η στάμνος, που έφερε το μάννα.. Εισήλθε η βίβλος της ζωής, η μη τύπους λόγου, αλλ΄ αυτόν τον του Πατρός Λόγον απορρήτως δεδαμένη..»(23). Αυτή, λοιπόν η Πάγκαλος και Πάναγνος Παρθένος, που είχε «εκ μητρικής νηδύος», το πλήρωμα των θείων χαρισμάτων και των αρετών, εισέρχεται τριετής, με την θέλησίν Της, εις τα Άγια των Αγίων! Εισέρχεται η «κεχαριτωμένη» κόρη εις τα Άγια των Αγίων, χωρίς να δεχθή καμμία επίκτητη γνώση από σοφούς και διδασκάλους, κατά τον θείο Γρηγόριο, «Αλλά τον μεν ηγεμόνα νουν υπήκοον δια πάντων αποφήνασα Θεώ, τας δε των ανθρώπων υφηγήσεις κατά κράτος απολελοιπυϊα (εγκαταλείψασα) και ούτω την άνωθεν σοφίαν άφθονον αποδεχθείσα… αύτη εν αγίοις αδύτοις καθάπερ εν θεσπεσίοις ανακτόροις ανέκειτο Θεώ!...»(24). Γιατί η Θεοτόκος, μέσαστα Άγια των Αγίων, υπερέβη την φυσική θεωρία των κτισμάτων και με την τελειωτική χάρη του Παναγίου Πνεύματος, μετεμόρφωσε το κατά φύσιν εις το υπέρ φύσιν και έθεσε υπό την εξουσίαν του Πνεύματος και αυτά τα αδιάβλητα πάθη, λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Γιατί «έζη καθάπερ εν παραδείσω… απεριμέριμνον, απραγμάτευτον ανύουσα βίον, λύπης άμοιρον, παθών αγενών αμέτοχον και θείας ηδονής, που είναι ανώτερος εκείνης, που δεν ξεχωρίζει από την οδύνη. Θεώ μόνω ζώσα, Θεώ βλεπομένη μόνω, Θεώ τρεφομένη, Θεόν μόνον ορώσα!...»(25). Γιατί αμέσως, μετά την είσοδό Της στα Άγια των Αγίων η Πάναγνος Παρθένος, «διαπετάσασα το βλέμμα της προς τις αόρατες καλλονές, δεν θεωρούσε πλέον τίποτε ευχάριστο πάνω στη γη. Γιατί με το να γίνη ανωτέρα «των της φύσεως αναγκών και των της αισθήσεως ηδονών» και τα μεν ωραία στην όραση έκρινε ανάξια να τα βλέπη, τα δε καλά για βρώση άξια παραβλέψεως, ανεδείχθη πρώτη αυτή και μόνη από όλους ανέπαφος από όλα εκείνα, με τα οποία ο επιτιθέμενος επιβάλλει την τυραννία του σ΄ εμάς και έστησε από τότε το κατ΄  αυτού τρόπαιο. Και αυτά ανταγωνιζαμένη, όχι μόνο από το πρωϊ έως το βράδυ, όχι για τον καρπό ενός φυτού, αλλά επί πολλές περιόδους ετών, προς ποικίλες και παντός είδους ηδονές, που έχουν εφευρεθή από τους άρχοντες του σκότους ως δέλεαρ κατά των ψυχών. Και αφού περιφρόνησε όλες αυτές τις ηδονές, αυτή μόνη από όλους, η θεόπαις και παραδόξως, απ΄ αυτήν ακόμη την παιδική ηλικία, παίρνει δικαίως ως βραβείο, την ουράνια τροφή από τον άγγελο και ανεδεικνύετο, ευθύς εξ αρχής, βασίλισσα των ουρανών, έχουσα στην υπηρεσία Της τους ουρανίους νόας»(26). Γι΄ αυτό ο θείος Γρηγόριος, θεωρεί την Πάναγνον θεόπαιδα ως μητέρα της Νοεράς Ησυχίας και ως προστάτιδα της Μοναχικής Πολιτείας, γιατί είναι «η πρώτη και μόνη αποταξαμένη εκ βρέφους τω κόσμω υπέρ κόσμου αειπάρθενος νύμφη…»(27). Γιατί η Πάναγνος θεόπαις, ζητούσα την άρρητο και την μυστική ένωσή Της με τον Θεόν, ευρίσκει σαν άριστο χειραγωγό Της την Νοερά Ησυχία, θεολογεί ο θείος Γρηγόριος. «Ησυχίαν την νου και κόσμου στάσιν, την λήθην των κάτω, την μύησιν των άνω, την των νοημάτων επί το κρείττον απόθεσιν· αύτη πράξις ως αληθώς, επίβασις της ως αληθώς θεωρίας ή θεοπτίας…»(28). Έτσι χειραγωγουμένη υπό της νοεράς ησυχίας η Πάναγνος Παρθένος εις τα Άγια των Αγίων, απαλλάσσεται από την αίσθηση κάθε αισθητού και υπερυψώνεται πάνω από λογισμούς και συλλογισμούς και από κάθε γνώση και απ΄ αυτήν ακόμα την διάνοια και την συμπάθεια προς το σώμα Της, και παραδίδεται στην νοερά ενέργεια «ην θείαν αίσθησιν ο Σολομών προείπε». Έτσι έφθασε στην «υπέρ γνώσιν άγνοια, γιατί συνήψε τον νουν Της με την στροφή προς τον εαυτόν Της και με την αδιάλειπτη θεία προσευχή, υπερέβη τον πολύμορφο συρφετό των λογισμών και διέκρινε» καινήν και απόρρητον οδόν προς τους ουρανούς, την νοητήν σιγήν. Έπειτα προσέχουσα η Παρθένος προς αυτήν, πετά, πάνω από όλα τα κτιστά και βλέπει μεγαλύτερη από τον Μωϋσή δόξα, και εποπτεύει την θεία Χάρη, που είναι θέαμα ασπίλων νόων και ψυχών!... Έτσι η Θεοτόκος, ενώθηκε με τον Θεό με την αδιάλειπτο νοερά προσευχή και με την καινή γλώσσα της νοητής σιγής έγινε όλη φως! Νεφέλη φωτεινή του όντως ζώντος ύδατος, αυγή της μυστικής ημέρας του μέλλοντος αιώνος!... Γι΄ αυτό ο θείος Γρηγόριος, πλήρης θαυμασμού, για το ουράνιο πνευματικό μεγαλείο της Θεοτόκου, αναφωνεί: «Τις λαλήσει τα μεγαλεία σου, Παρθένε; Ακουστάς ποιήσει πάσας τας αινέσεις σου, Θεόπαις. Θεομήτωρ εχρημάτισας· ήνωσας τον νουν Θεώ· ήνωσας Θεόν σαρκί· υιόν ανθρώπου εποίησας Θεόν, και τον άνθρωπον υιόν Θεού· κατήλλαξας τον κόσμον τω του κόσμου ποιητή…»(29). Αλλά και εμείς πάντες οι Ορθόδοξοι πιστοί, οι ευρισκόμενοι στις υπωρείες του όρους, της ορθοδόξου πνευματικότητος και ζωής, και ατενίζοντες έκθαμβοι και εκστατικοί, με το αγιασμένο βλέμμα των Αγίων Πατέρων, το ουράνιο θάμβος και το ανέκφραστο μεγαλείο του ανερμηνεύτου μυστηρίου της Θεοτόκου, ας δοξάσωμε τον μόνον αληθινό Τριαδικό Θεό, που εμεγάλυνε και εδόξασε τόσο πολύ τον εκπεσόντα άνθρωπο, ώστε να στεφανώση την Θεοτόκον ως Βασίλισσα των ουρανών μέσα στα άγια των Αγίων και έπειτα κλείνοντες ευλαβικά το γόνυ «θεασώμεθα το μέγα τούτο θέαμα, την Θεοτόκον συνδιαιωνίζουσαν την ημετέραν φύσιν με το πυρ της Θεότητος, κι΄ αφού απεκδυθούμε τους δερματίνους χιτώνες της νεκρώσεως, ους εκ παραβάσεως ενδεδύμεθα, στώμεν έκαστος εν γη αγία»(30) ψάλλοντες: «Εμεγάλυνας Χριστέ την τεκούσαν σε Θεοτόκον…» Αμήν.


1)  Α Τιμοθ. γ: 16
1α) Χρυς. Μοναχού Διονυσιάτου: Θεός Λόγος και ανθρώπινος λόγος.
2) Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού: Έκδ. Ορθ. Πίστεως Γ: 12  56  ΕΠΕ  Ι
3) Αγ. Διονυσίου Αρεοπαγίτου Προς Γάϊον επιστολή.
4) Μητρ.  Αθανασίου Γιέφτιτς: Η περί Θεοτόκου διδασκαλία  Αγ. Ι. Δαμασκηνού.
5) Αυτόθι, σελ. 23 και Μ. Φωτίου ομιλία Θ.
6) Αυτόθι σελ. 23.
7) Αγ. Ι. Δαμασκηνού: Λόγος εις το Γενέσιον.
8) Χρυσοστόμου Μοναχού Διονυσιάτου :Θεός Λόγος και…
9) Αγ. Νικοδήμου : Αόρατος Πόλεμος σελ. 118.
10) Αγ. Γρηγ. Παλαμά ομιλία ΝΒ 8.
11) Αγ. Γρηγ. Παλαμά ΝΓ  37
12) Αγ. Γρηγ. Παλαμά ΝΒ  11
13) Αυτόθι ΝΖ 6
14) Γεν. Δ : 26.
15) Αγ. Γρηγ. Παλαμά ΝΒ  10
16) Αυτόθι ΝΖ  7
17) Αυτόθι  ΝΖ  6
18) Αυτόθι  ΝΒ  8
19) Μάρκου ιβ: 30
19α) Χρυσοστόμου Μοναχού Διον. : Θεός Λόγος και….
20) Αγ. Γρηγ. Παλαμά ομιλία ΝΓ  20
20α) Χρυσοστόμου Μοναχού: Θεός Λόγος και…
21) Αγ. Ι. Δαμασκηνού: Έκδ. Ορθοδ. Πίστεως Γ 12
22) Αγ. Γρηγ. Παλαμά ομιλία ΝΓ  13.
23) Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, ομιλία ΝΓ  43  ΕΠΕ   ΙΙ
24)                                                   >>    ΝΓ 18
25)                                                   >>     ΝΓ47
26)                                                   >>     ΝΓ 46
27)                                                   >>     ΝΓ 50
28)                                                  >>      ΝΓ52

29)                                                   >>     ΝΓ 59
ΠΗΓΗ.ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΦΩΝΗ